- Δεκαέξι χρόνια μετά την τραγωδία της Marfin, η υπόθεση επιστρέφει στο προσκήνιο με την άφιξη στην Ελλάδα της 46χρονης που κατηγορείται για τον φονικό εμπρησμό. Ωστόσο, το μεγάλο ερώτημα παραμένει αν αυτή τη φορά η Δικαιοσύνη διαθέτει τα στοιχεία που απαιτούνται για να φωτίσει οριστικά μία από τις πιο σκοτεινές υποθέσεις της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.
Η γυναίκα συνελήφθη στις 13 Ιουλίου στη Βρετανία, κατόπιν ερυθράς αγγελίας της Interpol που είχε εκδοθεί έπειτα από αίτημα των ελληνικών Αρχών.
Η μεταγωγή της πραγματοποιείται από κλιμάκιο της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος («ελληνικό FBI»), το οποίο μετέβη στο Ηνωμένο Βασίλειο για να την παραλάβει. Η άφιξή της στην Ελλάδα αναμένεται το βράδυ της Πέμπτης με προγραμματισμένη επιβατική πτήση.
Η 46χρονη, η οποία τα τελευταία χρόνια κατοικεί στο Μπράιτον όπου έχει δημιουργήσει την οικογένειά της, απορρίπτει τις κατηγορίες που της αποδίδονται. Υποστηρίζει ότι δεν είχε καμία συμμετοχή στον εμπρησμό και δηλώνει αποφασισμένη να παρουσιαστεί ενώπιον της Δικαιοσύνης, προκειμένου να καταθέσει τη δική της εκδοχή για την υπόθεση.
Σύμφωνα με πληροφορίες, όταν είχαν συλληφθεί οι δύο συγκατηγορούμενοί της, οι οποίοι παραμένουν προφυλακισμένοι, η ίδια είχε επικοινωνήσει με δική της πρωτοβουλία με τις ελληνικές Αρχές. Τότε είχε γνωστοποιήσει ότι βρίσκεται στη Μεγάλη Βρετανία, είχε αρνηθεί οποιαδήποτε εμπλοκή στην επίθεση και είχε εκφράσει την πρόθεσή της να επιστρέψει άμεσα στην Ελλάδα για να καταθέσει.
Μετά την άφιξή της στην Αθήνα θα κρατηθεί προσωρινά στα κρατητήρια της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής. Το πρωί της Παρασκευής αναμένεται να οδηγηθεί στην αρμόδια Εισαγγελία για την εκτέλεση του διεθνούς εντάλματος σύλληψης και στη συνέχεια στην ανακρίτρια που χειρίζεται τη δικογραφία, ώστε να ακολουθηθούν οι προβλεπόμενες δικαστικές διαδικασίες.
Οι δύο ακόμη βασικοί κατηγορούμενοι για την υπόθεση παραμένουν προφυλακισμένοι και κρατούνται στα σωφρονιστικά καταστήματα Μαλανδρίνου και Ναυπλίου.
Την ίδια ώρα, όσοι επλήγησαν άμεσα από την τραγωδία της Marfin αντιμετωπίζουν με επιφύλαξη τις τελευταίες εξελίξεις. Η προηγούμενη αθωωτική απόφαση σε βάρος άλλων κατηγορουμένων, αλλά και το γεγονός ότι έχουν περάσει περισσότερα από δεκαπέντε χρόνια από το περιστατικό, εντείνουν τις αμφιβολίες για το κατά πόσο η νέα δικογραφία στηρίζεται σε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία.
Η επιζήσασα της επίθεσης, Μαρία Καραγιάννη, είχε επισημάνει σε πρόσφατες δηλώσεις της ότι κάθε νέα εξέλιξη αναβιώνει το τραύμα των θυμάτων και των συγγενών τους. Παράλληλα εξέφρασε την ελπίδα ότι αυτή τη φορά οι διωκτικές Αρχές έχουν εντοπίσει τους πραγματικούς υπευθύνους, χωρίς όμως να κρύψει τον προβληματισμό της για το αν η υπόθεση είναι αποδεικτικά επαρκώς τεκμηριωμένη. Παράλληλα, άσκησε κριτική στην πολιτική εκμετάλλευση της τραγωδίας όλα αυτά τα χρόνια.
Από την πλευρά του, ο δικηγόρος που εκπροσωπεί τις οικογένειες των θυμάτων, Θρασύβουλος Κονταξής, υπογράμμισε ότι, εφόσον η εμπλοκή των κατηγορουμένων αποδειχθεί με αδιάσειστα στοιχεία, η εξέλιξη αυτή θα αποτελέσει δικαίωση για τα θύματα, τους τραυματίες και τις οικογένειές τους, συμβάλλοντας στην αποκατάσταση ενός συλλογικού αισθήματος δικαιοσύνης. Τόνισε, ωστόσο, ότι το αποτέλεσμα της διαδικασίας θα πρέπει να βασιστεί αποκλειστικά σε ισχυρά αποδεικτικά δεδομένα, υπενθυμίζοντας πως στο παρελθόν αντίστοιχη ποινική δίωξη δεν οδήγησε σε καταδίκες.









0 Σχόλια
Αφήστε ένα σχόλιο