- Η υπόθεση που ήρθε στο φως στην Κυψέλη δεν αφορά μόνο ένα αποτρόπαιο έγκλημα. Φέρνει στην επιφάνεια ένα πολύ μεγαλύτερο και διαχρονικό πρόβλημα: το πόσο εύκολα μπορεί ένα κακοποιημένο παιδί να χαθεί μέσα στις αδυναμίες του κρατικού μηχανισμού και να μείνει χωρίς ουσιαστική προστασία.
Οι αποκαλύψεις των τελευταίων ημερών προκαλούν σοκ. Όλα ξεκίνησαν όταν ο διαχειριστής ενός διαμερίσματος που ενοικιαζόταν μέσω πλατφόρμας βραχυχρόνιας μίσθωσης ενημέρωσε τις αρχές για όσα συνέβαιναν στο ακίνητο. Όπως ανέφερε ο ίδιος, οι ένοικοι φέρονταν να κάνουν χρήση ουσιών, είχαν δημιουργήσει οικονομικές εκκρεμότητες και μαζί τους βρίσκονταν τρία παιδιά.
Η αστυνομική έρευνα αποκάλυψε μια ακόμη πιο φρικτή πραγματικότητα. Στο διαμέρισμα εντοπίστηκε νεκρό ένα βρέφος, ενώ τρεις ενήλικες συνελήφθησαν. Τα άλλα τρία παιδιά, δύο αγόρια 9 και 12 ετών και μία 15χρονη, μεταφέρθηκαν στο Νοσοκομείο Παίδων «Αγία Σοφία», όπου παραμένουν υπό αστυνομική επιτήρηση.
Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο, ωστόσο, ήρθε στη συνέχεια. Σύμφωνα με όσα κατήγγειλε ο πρόεδρος της ΠΟΕΔΗΝ, τα συγκεκριμένα παιδιά είχαν απασχολήσει στο παρελθόν τις αρχές. Είχαν μεταφερθεί με εισαγγελική εντολή σε παιδιατρικό νοσοκομείο, καθώς υπήρχαν καταγγελίες για κακοποίηση από το οικογενειακό ή συγγενικό περιβάλλον.
Σύμφωνα με την ίδια καταγγελία, ο πατέρας τους κατάφερε στη συνέχεια να τα απομακρύνει από το νοσοκομείο χωρίς να ακολουθήσει αποτελεσματική συνέχεια από τις αρμόδιες αρχές. Έκτοτε, όπως υποστηρίζεται, δεν υπήρξε ουσιαστική παρακολούθηση της υπόθεσης ούτε ενημέρωση για την τύχη των παιδιών.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι αμείλικτο: πώς είναι δυνατόν παιδιά που είχαν ήδη χαρακτηριστεί ως χρήζοντα προστασίας να εξαφανιστούν από το ραντάρ των υπηρεσιών;
Για να φωτιστούν οι αδυναμίες του συστήματος παιδικής προστασίας, ιδιαίτερη σημασία έχουν όσα επισημαίνει ο Πελοπίδας Νικολόπουλος, δικηγόρος και υπεύθυνος συνηγορίας του Δικτύου για τα Δικαιώματα του Παιδιού. Όπως εξηγεί, η Ελλάδα εξακολουθεί να μην διαθέτει ένα ολοκληρωμένο και επαρκώς οργανωμένο σύστημα παιδικής προστασίας.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται σε έναν μόνο φορέα. Οι αρμόδιες υπηρεσίες δεν επικοινωνούν αποτελεσματικά μεταξύ τους, οι κοινωνικές δομές παραμένουν υποστελεχωμένες, ενώ σημαντικές υπηρεσίες που προβλέπονται εδώ και δεκαετίες δεν έχουν ουσιαστικά λειτουργήσει.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πρόβλεψη νόμου του 1996 για τη δημιουργία κοινωνικής υπηρεσίας σε κάθε πρωτοδικείο, με στόχο τον καλύτερο συντονισμό και την ταχύτερη διαχείριση υποθέσεων που αφορούν παιδιά. Τρεις δεκαετίες αργότερα, η συγκεκριμένη πρόβλεψη εξακολουθεί να μην έχει εφαρμοστεί στην πράξη.
Την ίδια στιγμή, οι Εισαγγελείς Ανηλίκων είναι διαθέσιμοι μόνο σε περιορισμένο αριθμό μεγάλων δικαστηρίων της χώρας, ενώ απουσιάζει η αναγκαία κοινωνική και ψυχοκοινωνική υποστήριξη που θα μπορούσε να τους βοηθήσει στην αξιολόγηση των υποθέσεων.
Το βάρος μεταφέρεται έτσι στις κοινωνικές υπηρεσίες των δήμων και των περιφερειών, οι οποίες καλούνται να διαχειριστούν μεγάλο αριθμό περιστατικών με ελάχιστο προσωπικό. Σε αρκετές περιπτώσεις, μάλιστα, δεν υπάρχουν καν εξειδικευμένες ομάδες παιδικής προστασίας.
Αποτέλεσμα είναι ένα σύστημα που συχνά λειτουργεί εκ των υστέρων, όταν η κατάσταση έχει ήδη ξεφύγει από τον έλεγχο, αντί να διαθέτει τους μηχανισμούς που απαιτούνται για την έγκαιρη παρέμβαση και τη συνεχή παρακολούθηση των παιδιών που βρίσκονται σε κίνδυνο.
Ιδιαίτερα προβληματική θεωρείται και η πρακτική της μακράς παραμονής παιδιών σε παιδιατρικά νοσοκομεία, όταν αυτά έχουν απομακρυνθεί από το οικογενειακό τους περιβάλλον με εισαγγελική εντολή.
Η ιατρική εξέταση είναι φυσικά απαραίτητη σε περιστατικά κακοποίησης. Δεν μπορεί όμως ένα νοσοκομείο να μετατρέπεται σε μόνιμο χώρο φιλοξενίας παιδιών που δεν χρειάζονται νοσηλεία. Όπως επισημαίνει το Δίκτυο για τα Δικαιώματα του Παιδιού, μια τέτοια κατάσταση μπορεί από μόνη της να έχει επιβαρυντικές συνέπειες για την ψυχική και κοινωνική ανάπτυξη ενός παιδιού.
Σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες χρησιμοποιούνται περισσότερο ευέλικτες λύσεις, όπως η βραχυχρόνια αναδοχή, μέχρι να διερευνηθεί εάν υπάρχει ασφαλές οικογενειακό περιβάλλον που μπορεί να αναλάβει το παιδί. Στην Ελλάδα, αντίθετα, πολλά παιδιά καταλήγουν να παραμένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα είτε σε νοσοκομεία είτε σε ιδρύματα.
Και η ιδρυματική φροντίδα, όμως, δεν αποτελεί την ιδανική λύση. Το μοντέλο αυτό θεωρείται πλέον ξεπερασμένο σε μεγάλο μέρος του διεθνούς περιβάλλοντος, καθώς η μακροχρόνια παραμονή ενός παιδιού σε ίδρυμα μπορεί να προκαλέσει σοβαρές επιπτώσεις στην ανάπτυξή του.
Το πρόβλημα επιτείνεται από την απουσία αξιόπιστων και συγκεντρωτικών στοιχείων. Η πολιτεία δεν διαθέτει πλήρη εικόνα για τον αριθμό των κακοποιημένων παιδιών, ούτε για το πόσα παιδιά βρίσκονται σε καθεστώς προστατευτικής φύλαξης μέσα σε δημόσια νοσοκομεία.
Ενδεικτικά, εκτίμηση της ΠΟΕΔΗΝ έχει κάνει λόγο για περίπου 70 παιδιά που βρίσκονται σε δημόσια νοσοκομεία με εισαγγελική εντολή, με σημαντικό αριθμό από αυτά να φιλοξενούνται στα δύο μεγάλα παιδιατρικά νοσοκομεία της Αθήνας.
Η απουσία δεδομένων δεν είναι απλώς ένα στατιστικό πρόβλημα. Χωρίς σαφή εικόνα για το μέγεθος του φαινομένου, το κράτος δεν μπορεί να σχεδιάσει αποτελεσματικές πολιτικές ούτε να γνωρίζει πού ακριβώς πρέπει να κατευθύνει προσωπικό και πόρους.
Το ζήτημα έχει επισημανθεί και σε διεθνές επίπεδο, με την Επιτροπή του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα του Παιδιού να ζητά επανειλημμένα από την Ελλάδα καλύτερη συλλογή και αξιοποίηση στοιχείων που αφορούν τα παιδιά και την προστασία των δικαιωμάτων τους.
Η υπόθεση της Κυψέλης, επομένως, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο ως μια ακόμη τραγική ιστορία κακοποίησης. Αναδεικνύει τα κενά ενός μηχανισμού που θα έπρεπε να εντοπίζει εγκαίρως τα παιδιά σε κίνδυνο, να τα προστατεύει και να παρακολουθεί την πορεία τους μέχρι να διασφαλιστεί ότι βρίσκονται σε ασφαλές περιβάλλον.
Όταν ένα παιδί έχει ήδη εντοπιστεί ως θύμα κακοποίησης και παρ’ όλα αυτά μπορεί να χαθεί από την εποπτεία των αρχών, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο η αποτυχία μιας συγκεκριμένης υπηρεσίας. Είναι η συνολική απουσία ενός συνεκτικού συστήματος παιδικής προστασίας.
Και όσο τα παιδιά παραμένουν χωρίς ορατότητα, χωρίς καταγραφή και χωρίς συνεχή θεσμική προστασία, τόσο η πολιτεία θα αδυνατεί να απαντήσει στο πιο στοιχειώδες ερώτημα: ποιος είναι τελικά υπεύθυνος να τα προστατεύσει όταν όλοι οι υπόλοιποι μηχανισμοί αποτυγχάνουν;









0 Σχόλια
Αφήστε ένα σχόλιο