- Έντονη αναστάτωση επικρατεί στις διεθνείς αγορές κρατικού χρέους, καθώς τις τελευταίες ημέρες οι επενδυτές προχωρούν σε μαζικές πωλήσεις κρατικών ομολόγων στις μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη. Η πίεση έγινε ιδιαίτερα αισθητή την Τρίτη, με τις αποδόσεις να καταγράφουν σημαντική άνοδο, γεγονός που μεταφράζεται σε αντίστοιχη υποχώρηση των τιμών των τίτλων.
Η εικόνα είναι κοινή στις περισσότερες αγορές του G7. Στις ΗΠΑ, η απόδοση του 10ετούς Treasury κινήθηκε σε επίπεδα που είχαν να εμφανιστούν από το 2015. Στην Ιαπωνία, η απόδοση του αντίστοιχου τίτλου βρέθηκε σε επίπεδα που παραπέμπουν στο 1996, ενώ στη Γερμανία και τη Βρετανία οι αποδόσεις έφτασαν σε υψηλά 15 και 18 ετών αντίστοιχα. Την ίδια στιγμή, οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων Γαλλίας και Ιταλίας παραμένουν πάνω από το όριο του 4%, αυξάνοντας την ανησυχία για το κόστος χρηματοδότησης των ευρωπαϊκών οικονομιών.
Αυτό που προβληματίζει περισσότερο τις αγορές είναι ότι οι παρεμβάσεις των κυβερνήσεων και των αρμόδιων αρχών δεν φαίνεται να έχουν καταφέρει μέχρι στιγμής να ανακόψουν την τάση. Στις ΗΠΑ, η προσπάθεια να περιοριστούν οι πιέσεις στην αγορά κρατικών τίτλων δεν είχε το αναμενόμενο αποτέλεσμα, καθώς οι τιμές συνέχισαν να υποχωρούν.
Παράλληλα, η κατάσταση στην Ιαπωνία συνδέεται άμεσα και με την πορεία του γεν. Η αδυναμία του ιαπωνικού νομίσματος δημιουργεί τον κίνδυνο να αλλάξει η συμπεριφορά των Ιαπώνων επενδυτών, οι οποίοι αποτελούν σημαντικούς κατόχους αμερικανικού χρέους. Μια μεγαλύτερη στροφή κεφαλαίων προς την εγχώρια αγορά θα μπορούσε να εντείνει τις πιέσεις στα αμερικανικά Treasuries.
Πίσω από τις εξελίξεις βρίσκεται ένα ζήτημα που γίνεται ολοένα δυσκολότερο να αγνοηθεί: το τεράστιο ύψος του δημόσιου χρέους στις ανεπτυγμένες οικονομίες. Οι κυβερνήσεις εξακολουθούν να χρειάζονται μεγάλες ποσότητες νέου δανεισμού για να καλύψουν τα δημοσιονομικά τους ελλείμματα και παράλληλα πρέπει να αναχρηματοδοτούν ομόλογα που λήγουν.
Η περίπτωση των ΗΠΑ είναι χαρακτηριστική. Το ομοσπονδιακό χρέος έχει ξεπεράσει τα 40 τρισ. δολάρια, ενώ το δημοσιονομικό έλλειμμα παραμένει σε επίπεδα άνω του 5% του ΑΕΠ. Αυτό σημαίνει ότι το αμερικανικό Δημόσιο χρειάζεται να προσφεύγει συνεχώς στις αγορές για την άντληση κεφαλαίων, σε μια περίοδο κατά την οποία οι επενδυτές απαιτούν ολοένα υψηλότερες αποδόσεις.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται, επομένως, στην προσωρινή πτώση των τιμών των ομολόγων. Εάν οι υψηλές αποδόσεις διατηρηθούν, το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους θα αυξηθεί σημαντικά για τις κυβερνήσεις, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο τους κρατικούς προϋπολογισμούς.
Έτσι δημιουργείται ένας ιδιαίτερα δύσκολος μηχανισμός: τα υψηλά ελλείμματα αυξάνουν τις ανάγκες δανεισμού, η αυξημένη προσφορά χρέους μπορεί να πιέσει τις αποδόσεις προς τα πάνω και οι υψηλότερες αποδόσεις, με τη σειρά τους, διογκώνουν το κόστος εξυπηρέτησης του ήδη υπάρχοντος χρέους.
Δεν σημαίνει ότι η σημερινή εικόνα οδηγεί υποχρεωτικά σε άμεση κατάρρευση των αγορών. Ωστόσο, αποτελεί σαφή ένδειξη ότι το περιβάλλον στο οποίο οι κυβερνήσεις μπορούσαν να δανείζονται φθηνά έχει αλλάξει. Και όσο οι ανάγκες χρηματοδότησης παραμένουν τόσο μεγάλες, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος η άνοδος του κόστους χρήματος να μετατραπεί από συγκυριακή πίεση σε ένα πολύ πιο επίμονο πρόβλημα για τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου.









0 Σχόλια
Αφήστε ένα σχόλιο