- Η παλιά παραδοσιακή συνταγή που ήθελε μια σταθερή δουλειά και έναν μέσο μισθό να εξασφαλίζουν το δικό σου σπίτι, παραπαίει υπό το βάρος μιας ανεξέλεγκτης αγοράς.
Μια νέα, εκτενής ακαδημαϊκή έρευνα των Franziska Sielker και Selim Banabak από το Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο της Βιέννης (Journal of Maps), η οποία ανέλυσε πάνω από 22 εκατομμύρια αγγελίες σε 31 χώρες, σκιαγραφεί μια ήπειρο σε βαριά στεγαστική κρίση.
Τα βασικά ευρήματα της έρευνας
Πάνω από το 70% των Ευρωπαίων (72% για την ακρίβεια) ζουν σε περιοχές όπου ο μέσος μισθός δεν φτάνει για την αγορά ενός διαμερίσματος 75 τ.μ. (το τυπικό μέγεθος αναφοράς για μια οικογενειακή κατοικία 2 υπνοδωματίων), ακόμα κι αν ληφθεί στεγαστικό δάνειο 30ετούς διάρκειας.
Στις πόλεις, το 60% του αστικού πληθυσμού ζει σε περιοχές όπου ο μέσος μισθός δεν επιτρέπει καν την αγορά ενός σπιτιού 50 τ.μ. (studio/1 υπνοδωμάτιο). Συνολικά στην Ευρώπη, το 44% του πληθυσμού κατοικεί σε περιοχές ακραίας αδυναμίας πρόσβασης.
Μόλις το 5% των Ευρωπαίων ζει στις πιο προσιτές περιοχές, όπου το κόστος ακινήτων επιτρέπει την αγορά μεγαλύτερης κατοικίας χωρίς οι δόσεις να ξεπερνούν τα ασφαλή όρια.
Η εικόνα στην Ελλάδα και τον Ευρωπαϊκό Νότο
Η μελέτη δεν εισέρχεται σε ακριβείς εθνικές κατατάξεις, αλλά αναδεικνύει την Ελλάδα, την Ισπανία, την Πορτογαλία, τη Γαλλία και την Κροατία ως χαρακτηριστικά παραδείγματα.
Απαιτούνται κατά μέσο όρο 15 έτη πλήρους ακαθάριστου εισοδήματος για την αγορά ενός διαμερίσματος 70 τ.μ., μια από τις υψηλότερες αναλογίες στην Ευρώπη.
Ο μέσος πραγματικός ετήσιος μισθός στην Ελλάδα κυμαίνεται γύρω στα 15.000€ (μηνιαίος πλήρους απασχόλησης 1.350€–1.476€), παραμένοντας σημαντικά χαμηλότερος από το παρελθόν σε όρους αγοραστικής δύναμης.
Οι παράκτιες ζώνες, οι βραχυχρόνιες μισθώσεις και οι δευτερεύουσες κατοικίες πιέζουν τις τιμές πολύ πάνω από τα τοπικά εισοδήματα. Παράλληλα, παρατηρείται τεράστια εδαφική ανισότητα, με μητροπόλεις όπως η Μαδρίτη να παρασύρουν τις τιμές σε όλες τις γειτονικές περιοχές.
Η παγίδα των ενοικίων και η εξάπλωση του προβλήματος
Η έρευνα εξετάζει τις τρέχουσες τιμές προσφοράς (δηλαδή τι αντιμετωπίζει όποιος ψάχνει σπίτι τώρα) και αποκαλύπτει έναν διπλό αποκλεισμό:
Το 40% των Ευρωπαίων (4 στους 10) ζει σε περιοχές όπου η ενοικίαση ενός διαμερίσματος 50 τ.μ. απαιτεί πάνω από το 1/3 του εισοδήματος του νοικοκυριού, όριο που η οικονομική επιστήμη θεωρεί το ανώτατο υγιές μέτρο.
Τα υπερβολικά ενοίκια απορροφούν τη διαθέσιμη αποταμίευση, καθιστώντας σχεδόν αδύνατη τη συγκέντρωση κεφαλαίου για προκαταβολή δανείου, ιδιαίτερα για τους νεότερους και τους μετανάστες.
Σε οικονομίες όπως η Γερμανία, η Γαλλία και η Αυστρία, ο μέσος μισθός επιτρέπει την ενοικίαση μεγαλύτερου σπιτιού από αυτό που μπορείς να αγοράσεις. Αντίθετα, στον Νότο (Πορτογαλία, Ιταλία, Ισπανία), τα ενοίκια έχουν εκτοξευθεί τόσο που με τον ίδιο μισθό συμφέρει περισσότερο η αγορά παρά η ενοικίαση.
Εξάπλωση στην επαρχία: Η στεγαστική πίεση των μεγάλων αστικών κέντρων (Παρίσι, Βερολίνο, Μαδρίτη) διαχέεται στους γειτονικούς δήμους, αυξάνοντας το κόστος γης σε περιοχές που κάποτε αποτελούσαν καταφύγιο για νοικοκυριά με χαμηλότερο εισόδημα.
Το 28% του αγροτικού πληθυσμού της Ευρώπης ζει σε δήμους χωρίς επίσημη αγορά ενοικίασης, είτε λόγω παντελούς έλλειψης προσφοράς είτε επειδή η διανομή περιορίζεται σε άτυπα κανάλια.
Η στατιστική παγίδα και το συμπέρασμα
Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι η πραγματικότητα είναι πιθανότατα ακόμη χειρότερη. Οι υπολογισμοί βασίστηκαν σε περιφερειακούς μέσους μισθούς. Το πρόβλημα είναι ότι οι μισθοί δεν κατανέμονται ομοιόμορφα και χρειάζονται μόνο μια χούφτα πολύ υψηλά εισοδήματα για να απομακρυνθεί ο μέσος όρος από την κατάσταση της πλειοψηφίας.
Το τελικό συμπέρασμα είναι σαφές: η συγκράτηση των τιμών των ακινήτων δεν αρκεί. Η ουσιαστική εισοδηματική ενίσχυση είναι εξίσου απαραίτητη για να μπορέσει η μεσαία τάξη να αποκτήσει ξανά πρόσβαση σε μια αξιοπρεπή κατοικία.









0 Σχόλια
Αφήστε ένα σχόλιο