- Την ανάγκη για έναν νέο παραγωγικό προσανατολισμό της Ελλάδας, με επίκεντρο τη βιομηχανία, την τεχνολογία, την καινοτομία και την πράσινη μετάβαση, ανέδειξε ο πρόεδρος της Βιοχάλκο, Μιχάλης Στασινόπουλος, μιλώντας στο συνέδριο του Economist.
Όπως ανέφερε, παρότι η συμβολή της βιομηχανίας στην οικονομική ανάπτυξη, στις επενδύσεις και στις εξαγωγές αναγνωρίζεται σε επίπεδο λόγων, η χώρα εξακολουθεί να στερείται ισχυρής βιομηχανικής κουλτούρας και συνεκτικής στρατηγικής. Παράλληλα, επισήμανε ότι η Ελλάδα παραμένει χωρίς ξεχωριστό υπουργείο Βιομηχανίας και με περιορισμένη παρουσία στα ευρωπαϊκά κέντρα όπου λαμβάνονται αποφάσεις που επηρεάζουν το μέλλον της παραγωγής.
Ο πρόεδρος της Βιοχάλκο υποστήριξε ότι η Ελλάδα διαθέτει σημαντικές παραγωγικές δυνατότητες, οι οποίες όμως δεν αξιοποιούνται στον βαθμό που θα μπορούσαν. Όπως τόνισε, η χώρα πρέπει να διεκδικήσει πιο ενεργό ρόλο στις ευρωπαϊκές συμμαχίες και στις ομάδες κρατών που διαμορφώνουν τη βιομηχανική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αντί να περιορίζεται στην εφαρμογή αποφάσεων που έχουν ήδη ληφθεί.
Σύμφωνα με τον ίδιο, χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η απουσία της Ελλάδας από την European Industrial Alliance, μια άτυπη συνεργασία κρατών-μελών όπου συζητούνται σε επίπεδο υπουργών οι κατευθύνσεις της ευρωπαϊκής βιομηχανικής πολιτικής. Η μη συμμετοχή, όπως ανέφερε, στερεί από τη χώρα τη δυνατότητα να συμβάλει στη διαμόρφωση πολιτικών και κανονισμών που επηρεάζουν άμεσα την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.
Ο κ. Στασινόπουλος σημείωσε ακόμη ότι η Ελλάδα για πολλές δεκαετίες ακολούθησε ένα διαφορετικό μοντέλο ανάπτυξης, με μικρότερη έμφαση στη βιομηχανική παραγωγή και τις εξαγωγές. Ως αποτέλεσμα, σήμερα παράγει και εξάγει λιγότερο από τις πραγματικές της δυνατότητες. Παράλληλα, αναφέρθηκε σε χώρες όπως η Βουλγαρία, η Ρουμανία και η Τουρκία, οι οποίες, όπως είπε, επένδυσαν πιο συστηματικά στη βιομηχανική πολιτική και ενίσχυσαν την παραγωγική τους βάση.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στις ευκαιρίες που δημιουργούν η πράσινη μετάβαση, η τεχνητή νοημοσύνη και η καινοτομία, επισημαίνοντας ότι μπορούν να αποτελέσουν μοχλό αλλαγής του ελληνικού παραγωγικού μοντέλου. Για να αξιοποιηθεί όμως αυτή η συγκυρία, απαιτούνται σταθερό θεσμικό πλαίσιο, σαφής στρατηγική και στενή συνεργασία μεταξύ κυβέρνησης, επιχειρήσεων, πανεπιστημίων και κοινωνικών εταίρων.
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος του Ομίλου ΤΙΤΑΝ, Δημήτρης Παπαλεξόπουλος, εξέφρασε μεγαλύτερη αισιοδοξία για τις προοπτικές της Ελλάδας σε σχέση με τη συνολική εικόνα της Ευρώπης. Όπως ανέφερε, η βελτίωση του οικονομικού περιβάλλοντος, η ενίσχυση του θεσμικού πλαισίου και το γεγονός ότι η χώρα δεν είναι βαθιά ενσωματωμένη σε αλυσίδες αξίας που σήμερα δοκιμάζονται, δημιουργούν νέες ευκαιρίες.
Ο ίδιος υπογράμμισε ότι η Ελλάδα διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα σε τομείς όπως οι κρίσιμες πρώτες ύλες, η ενέργεια, η βιομηχανία λογισμικού, η μεταποίηση, η άμυνα και η ναυτιλία. Παράλληλα, σημείωσε ότι η συμμετοχή της βιομηχανίας στο ΑΕΠ έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια, ενώ οι άμεσες ξένες επενδύσεις έχουν ενισχυθεί σημαντικά.
Ωστόσο, χαρακτήρισε ως μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις την έλλειψη εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού, υπογραμμίζοντας την ανάγκη ενίσχυσης των ψηφιακών δεξιοτήτων, της τεχνολογικής εκπαίδευσης και μιας συνολικής πολιτικής που θα διευκολύνει τη συμμετοχή περισσότερων ανθρώπων στην αγορά εργασίας.
Στο ίδιο συνέδριο, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης ανέφερε ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να διεκδικήσει χρηματοδότηση ύψους 8 έως 10 δισ. ευρώ ετησίως από το νέο Ταμείο Ανταγωνιστικότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον αξιοποιήσει αποτελεσματικά το επιστημονικό της δυναμικό.
Όπως εξήγησε, οι πόροι αυτοί μπορούν να κατευθυνθούν σε πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα και επιχειρήσεις μέσω ανταγωνιστικών προγραμμάτων, με βασική προϋπόθεση τη στενότερη σύνδεση της ακαδημαϊκής κοινότητας με τον παραγωγικό τομέα.
Ο κ. Χατζηδάκης παρουσίασε τις κυβερνητικές προτεραιότητες για την Ελλάδα του 2030, δίνοντας έμφαση στην ανάπτυξη, στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, στην προσέλκυση επενδύσεων και στη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων.
Ιδιαίτερη θέση στην ομιλία του είχε η τεχνητή νοημοσύνη, την οποία χαρακτήρισε βασικό εργαλείο για την αύξηση της παραγωγικότητας στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα. Όπως σημείωσε, η αξιοποίηση των δεδομένων και των νέων τεχνολογιών αποτελεί πλέον προϋπόθεση για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι η χώρα πρέπει να συνεχίσει την πορεία σύγκλισης με τις πιο ανεπτυγμένες οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέσα από την ενίσχυση των επενδύσεων, τη μείωση φορολογικών βαρών, τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και την ολοκλήρωση των μεταρρυθμίσεων.
Στις βασικές προτεραιότητες ενέταξε ακόμη τον σύγχρονο χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό, την αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος, την ενίσχυση της κοινωνικής κινητικότητας και τη δημιουργία μιας πιο αποτελεσματικής δημόσιας διοίκησης μέσω της αξιολόγησης.
Αναφερόμενος στις νέες προκλήσεις ασφάλειας, σημείωσε ότι αυτές δεν περιορίζονται πλέον στην εθνική άμυνα, αλλά περιλαμβάνουν την κυβερνοασφάλεια, την προστασία κρίσιμων υποδομών, την ενεργειακή ασφάλεια, τη διαχείριση μεταναστευτικών ροών, την προστασία προσωπικών δεδομένων και την αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης.
Κλείνοντας, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης τόνισε ότι η Ελλάδα χρειάζεται μια νέα φάση μεταρρυθμίσεων με έμφαση στην παραγωγικότητα, την καινοτομία, την εξωστρέφεια και την αξιοκρατία, ώστε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του διεθνούς ανταγωνισμού.









0 Σχόλια
Αφήστε ένα σχόλιο