- Η σχέση του Σταμάτη Κραουνάκη με τον Γιώργο Μαζωνάκη δεν ήταν απλώς μια επαγγελματική γνωριμία που έμεινε στο παρελθόν. Ξεκίνησε το 2002, μέσα από την ταινία του Νίκου Παναγιωτόπουλου «Βαρέθηκα να σκοτώνω τους αγαπητικούς σου», όταν ο Κραουνάκης επέλεξε τον Μαζωνάκη για να ερμηνεύσει τα τραγούδια του soundtrack, ανάμεσά τους το «Ξημερώνει πάλι» και το «Καμικάζι». Εκείνη η επιλογή αποδείχθηκε κάτι πολύ περισσότερο από μια πετυχημένη συνεργασία, καθώς εξελίχθηκε σε μια βαθιά και διαχρονική φιλία.
Ο συνθέτης χρειάστηκε χρόνο για να μπορέσει να μιλήσει δημόσια μετά την είδηση του θανάτου του τραγουδιστή. Όπως αποκάλυψε, όταν πληροφορήθηκε αρχικά την είδηση, δεν μπορούσε να την πιστέψει και θεώρησε πως επρόκειτο για μία ακόμη φήμη από αυτές που κυκλοφορούν ανεξέλεγκτα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Μιλώντας στην εκπομπή «Ώρα Ελλάδος» του OPEN, ο Κραουνάκης στάθηκε ιδιαίτερα στην τελευταία τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον Μαζωνάκη. Ήταν μόλις λίγες ημέρες πριν από τον θάνατό του και, σύμφωνα με τον ίδιο, η εικόνα που αποκόμισε δεν προμήνυε σε καμία περίπτωση αυτό που θα ακολουθούσε.
Όπως περιέγραψε, ο Μαζωνάκης τον είχε τηλεφωνήσει τη Δευτέρα το βράδυ και ήταν ιδιαίτερα ευδιάθετος. Οι δύο άνδρες είχαν καιρό να συναντηθούν, όμως η επικοινωνία τους, όποτε συνέβαινε, είχε πάντα ιδιαίτερη σημασία. Ο Κραουνάκης αποκάλυψε μάλιστα πως υπήρχαν άνθρωποι και από τις δύο πλευρές που δεν έβλεπαν θετικά τη συγκεκριμένη καλλιτεχνική σχέση, με τα media που στήριζαν τον ίδιο να μην επιθυμούν ιδιαίτερα τον Μαζωνάκη και αντίστοιχα τους ανθρώπους γύρω από τον τραγουδιστή να κρατούν αποστάσεις από τον συνθέτη.
Παρά τις αντιδράσεις αυτές, η πρώτη τους συνεργασία προχώρησε και μάλιστα με πρωτοβουλία του Κραουνάκη. Εκείνος ήταν που πρότεινε στον Παναγιωτόπουλο να επιλεγεί ο Μαζωνάκης για την ταινία, θεωρώντας ότι ταίριαζε στον ρόλο. Η επιλογή του δικαίωσε απόλυτα την αρχική του διαίσθηση, καθώς, όπως ανέφερε, ο νεαρός τότε τραγουδιστής ανταποκρίθηκε εξαιρετικά και απέδειξε ότι διέθετε όχι μόνο φωνητικές ικανότητες αλλά και σπάνια συνέπεια και επαγγελματισμό.
Ο Κραουνάκης θέλησε, παράλληλα, να φωτίσει μια πλευρά του Μαζωνάκη που, όπως υποστήριξε, δεν είχε καμία σχέση με την εικόνα που συχνά παρουσίαζε η δημοσιότητα. Πίσω από τα φώτα, τη σκηνική υπερβολή και το εκκεντρικό του παρουσιαστικό, περιέγραψε έναν άνθρωπο απλό και προσγειωμένο, που διατηρούσε μια καθημερινότητα μακριά από το θέαμα και τις απαιτήσεις της νύχτας.
Για τον ίδιο, ωστόσο, η μεγαλύτερη παρακαταθήκη του Μαζωνάκη είναι η φωνή του. Ο Κραουνάκης τον χαρακτήρισε ως την τελευταία πραγματικά αναγνωρίσιμη φωνή του λαϊκού τραγουδιού, υποστηρίζοντας πως μετά από εκείνον είναι πολύ πιο δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς τους ερμηνευτές μόνο από το άκουσμα της φωνής τους.
Στην τελευταία τους τηλεφωνική συνομιλία, μάλιστα, υπήρχαν σχέδια για το άμεσο μέλλον. Ο Μαζωνάκης του είχε ζητήσει να βρεθεί στη συναυλία του στην Τεχνόπολη και να συμμετάσχει ως support. Ο Κραουνάκης επανέλαβε πως τίποτα στη συγκεκριμένη επικοινωνία δεν του δημιούργησε την αίσθηση ότι ο τραγουδιστής βρισκόταν σε κατάσταση κινδύνου. Αντίθετα, τον είχε αντιληφθεί ιδιαίτερα θετικό και γεμάτο διάθεση.
Ο συνθέτης απέφυγε να σταθεί εκτενώς στις πληροφορίες και στις συζητήσεις που είχαν προηγηθεί γύρω από τη ζωή του Μαζωνάκη. Όπως είπε, μετά τον θάνατό του αυτά περνούν σε δεύτερο πλάνο. Εκείνο που θεωρεί σημαντικό είναι η καλλιτεχνική κληρονομιά που αφήνει πίσω του.
Κατά τον Κραουνάκη, ο ξαφνικός θάνατος του τραγουδιστή προσθέτει πλέον μια μυθική διάσταση στην πορεία του. Ανεξάρτητα από το τι θα δείξει η έρευνα για τις συνθήκες του θανάτου και όσα μπορεί να ακολουθήσουν, ο Μαζωνάκης, όπως υποστήριξε, είχε ήδη καταφέρει να αφήσει ανεξίτηλο αποτύπωμα στη νυχτερινή διασκέδαση.
Ήταν ένας καλλιτέχνης που δεν φοβόταν να προκαλέσει, να διαφοροποιηθεί και να εμφανιστεί στη σκηνή όπως ακριβώς ήθελε. Η εκκεντρική του εικόνα, οι επιλογές του και η τόλμη του έγιναν μέρος της ταυτότητάς του. Την ίδια στιγμή, όμως, σύμφωνα με τον Κραουνάκη, πίσω από αυτή την έντονη δημόσια παρουσία υπήρχε ένας άνθρωπος πολύ πιο σεμνός, απλός και ταπεινός στην προσωπική του ζωή.
Και ίσως αυτή ακριβώς η αντίθεση να είναι που κάνει την απώλειά του ακόμη πιο έντονη για όσους τον γνώρισαν πραγματικά: ένας άνθρωπος που πάνω στη σκηνή δεν φοβόταν τίποτα, αλλά έξω από αυτήν παρέμενε, όπως τον περιγράφει ο Κραουνάκης, ένας απολύτως κανονικός και προσγειωμένος άνθρωπος.









0 Σχόλια
Αφήστε ένα σχόλιο