- Από μια σύντομη σύγκρουση στο Αιγαίο σε έναν πολυμέτωπο πόλεμο που θα μπορούσε να διαρκέσει μήνες: αυτό είναι το σενάριο που εξετάζουν ελληνικοί στρατηγικοί και αμυντικοί κύκλοι για μια πιθανή ελληνοτουρκική σύρραξη. Αεροπορία και Ναυτικό θα έδιναν την πρώτη μάχη, όμως το πραγματικό στοίχημα θα ήταν η αντοχή Ελλάδας και Τουρκίας σε έναν παρατεταμένο πόλεμο φθοράς, με την Κύπρο, την Ανατολική Μεσόγειο, τις ενεργειακές υποδομές, τα υποβρύχια καλώδια και τον κυβερνοχώρο να μετατρέπονται σε παράλληλα μέτωπα.
Η Αθήνα δεν βλέπει πλέον έναν πόλεμο «λίγων ημερών»
Σύμφωνα με την ανάλυση του Τούρκου στρατηγικού αναλυτή Osman Gazi Kandemir στον Independent Türkçe, η ελληνική πλευρά δεν αντιμετωπίζει πλέον ένα ενδεχόμενο πολεμικό επεισόδιο με την Τουρκία ως μια περιορισμένη σύγκρουση που θα εκτυλισσόταν σε μερικά νησιά ή σε μια συγκεκριμένη θαλάσσια περιοχή.
Οι εκτιμήσεις που βασίζονται σε ανοιχτές πηγές περιγράφουν ένα πολύ ευρύτερο σενάριο. Η αρχική φάση θα μπορούσε να περιλαμβάνει σφοδρές αεροπορικές και ναυτικές επιχειρήσεις στο Αιγαίο, πριν η σύγκρουση μετατραπεί σε έναν παρατεταμένο αγώνα φθοράς.
Το βασικό στοιχείο αυτής της προσέγγισης είναι ότι ο πόλεμος δεν θα περιοριζόταν στο Αιγαίο. Η Κύπρος, η Ανατολική Μεσόγειος, τα λιμάνια, οι ενεργειακές εγκαταστάσεις, τα υποβρύχια καλώδια και ο κυβερνοχώρος θα μπορούσαν να αποτελέσουν μέρος της ίδιας στρατηγικής αναμέτρησης.
Δύο επίπεδα πολέμου βλέπει η Αθήνα
Οι αναλύσεις που δημοσιεύονται στην έκδοση «ΑΘΗΝΑ» της Ελληνικής Σχολής Εθνικής Άμυνας (ΣΕΘΑ) περιγράφουν μια πιθανή σύγκρουση σε δύο βασικά επίπεδα.
Το πρώτο θα ήταν μια υψηλής έντασης αεροπορική και ναυτική μάχη στο Αιγαίο. Σε αυτή τη φάση, Ελλάδα και Τουρκία θα επιχειρούσαν να αποκτήσουν γρήγορα το επιχειρησιακό πλεονέκτημα.
Ωστόσο, σύμφωνα με την ίδια προσέγγιση, η κρίσιμη φάση θα ακολουθούσε. Ακόμη και αν η αρχική σύγκρουση είχε ξεκάθαρη έκβαση, ο πόλεμος θα μπορούσε να συνεχιστεί για μήνες, μετατρεπόμενος σε αγώνα φθοράς.
Τα διδάγματα από την Ουκρανία έχουν ενισχύσει αυτή την αντίληψη στην Ελλάδα. Η εκτίμηση είναι ότι μια σύγκρουση που αρχικά φαίνεται πως θα τελειώσει γρήγορα μπορεί τελικά να παραταθεί σημαντικά, ενώ η τεχνολογική υπεροχή από μόνη της δεν εγγυάται πολιτικό αποτέλεσμα.
Παράλληλα, η ολοένα μεγαλύτερη χρήση μη επανδρωμένων συστημάτων αλλάζει τα δεδομένα στο σύγχρονο πεδίο μάχης.
Το πραγματικό στοίχημα δεν είναι ποιος θα χάσει περισσότερα αεροσκάφη
Στην ελληνική στρατηγική σκέψη, το βασικό ερώτημα δεν είναι μόνο ποια πλευρά θα υποστεί τις μεγαλύτερες απώλειες τις πρώτες ημέρες.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι ποια χώρα θα μπορέσει να διατηρήσει για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα την οικονομική και στρατιωτική της αντοχή, εφόσον η σύγκρουση εξελιχθεί σε πόλεμο φθοράς.
Εδώ η γεωγραφία του Αιγαίου αποτελεί ταυτόχρονα πλεονέκτημα και αδυναμία για την Ελλάδα.
Η παρουσία εκατοντάδων νησιών μπορεί να λειτουργήσει ως φυσικό εμπόδιο για τη ναυτική ισχύ της Τουρκίας και να επιτρέψει στην Ελλάδα να αξιοποιήσει τη γεωγραφία προς όφελός της, δημιουργώντας ένα περισσότερο κατακερματισμένο αμυντικό περιβάλλον.
Την ίδια στιγμή, όμως, η εγγύτητα αρκετών νησιών στις τουρκικές ακτές δημιουργεί σοβαρές ευπάθειες. Ένα από τα βασικά προβλήματα που αναγνωρίζουν ελληνικές πηγές είναι η δυνατότητα ανεφοδιασμού και ενίσχυσης των νησιών κατά τις πρώτες και πιο κρίσιμες ώρες μιας σύγκρουσης.
Από το Αιγαίο στον κυβερνοχώρο
Έτσι, το σενάριο που εξετάζεται στην Αθήνα δεν παραπέμπει σε έναν κλασικό πόλεμο δύο στρατών σε ένα συγκεκριμένο μέτωπο.
Πρόκειται για μια σύγκρουση που θα μπορούσε να εξελίσσεται ταυτόχρονα στον αέρα, στη θάλασσα, στον κυβερνοχώρο και στο πεδίο των πληροφοριών.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτούν τα υποβρύχια καλώδια. Οι υποδομές οπτικών ινών δεν αντιμετωπίζονται πλέον μόνο ως δίκτυα επικοινωνιών, αλλά ως κρίσιμα στοιχεία που συνδέονται τόσο με την οικονομία όσο και με τις στρατιωτικές επικοινωνίες.
Ακόμη και οι δραστηριότητες γύρω από την τοποθέτηση και την προστασία καλωδίων μπορούν, σύμφωνα με τις συγκεκριμένες αναλύσεις, να αποτελέσουν τμήμα μιας ευρύτερης αντιπαράθεσης για τις θαλάσσιες ζώνες.
Η ίδια λογική αφορά και την ενέργεια.
Οι διασυνδέσεις της Ελλάδας με τη Βουλγαρία, την Αίγυπτο και το Ισραήλ, οι υποδομές LNG, ο EastMed και ο Great Sea Interconnector δεν αντιμετωπίζονται απλώς ως οικονομικά έργα.
Η διαφοροποίηση των πηγών και των διαδρομών ενεργειακού εφοδιασμού θεωρείται κρίσιμη, ώστε η Ελλάδα να μην εξαρτάται από μία μόνο ενεργειακή υποδομή σε περίπτωση παρατεταμένης κρίσης ή πολέμου.
Η Ελλάδα ποντάρει στην ποιοτική υπεροχή
Απέναντι στα αριθμητικά και βιομηχανικά πλεονεκτήματα της Τουρκίας, η ελληνική στρατηγική δεν βασίζεται στην προσπάθεια να την ανταγωνιστεί σε καθαρά ποσοτικούς όρους.
Σύμφωνα με την ανάλυση του απόστρατου αξιωματικού του Πολεμικού Ναυτικού Δ. Τσαϊλά, η Τουρκία διαθέτει σημαντικά διαρθρωτικά πλεονεκτήματα σε πληθυσμό, γεωγραφικό βάθος και βιομηχανική δυνατότητα σε περίπτωση παρατεταμένου πολέμου.
Για την Αθήνα, επομένως, το ζητούμενο είναι διαφορετικό: η αύξηση του κόστους μιας τουρκικής επίθεσης μέσω τεχνολογικής υπεροχής, εκπαίδευσης και συμμαχιών.
Σε αυτή τη λογική εντάσσεται ο εξοπλιστικός εκσυγχρονισμός των τελευταίων ετών.
Τα Rafale, η αναβάθμιση των F-16 σε επίπεδο Viper, οι φρεγάτες Belharra και η ανάπτυξη της αρχιτεκτονικής αεράμυνας «Ασπίδα του Αχιλλέα» σε συνεργασία με το Ισραήλ αποτελούν βασικά στοιχεία αυτής της προσπάθειας.
Παράλληλα, η ολοκληρωμένη αεράμυνα θα είχε ως στόχο να περιορίσει τις συνέπειες επιθέσεων με πυραύλους και drones και να διατηρήσει σε λειτουργία τις κρίσιμες υποδομές.
Ωστόσο, υπάρχει ένα σημαντικό πρόβλημα: το κόστος.
Η διαφορά ανάμεσα στα πανάκριβα αμυντικά συστήματα και στα σχετικά φθηνά μη επανδρωμένα οχήματα δημιουργεί έναν δύσκολο οικονομικό υπολογισμό σε έναν πόλεμο μεγάλης διάρκειας.
Για τον λόγο αυτό, η κριτική που διατυπώνεται ακόμη και από ελληνικούς αμυντικούς κύκλους για την υστέρηση της χώρας στα drones και τον ηλεκτρονικό πόλεμο αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα.
Τι ρόλο θα παίξουν ΗΠΑ και ΝΑΤΟ
Ένας ακόμη κρίσιμος παράγοντας είναι η στάση των συμμάχων.
Ελληνικές πηγές εκτιμούν ότι τόσο το ΝΑΤΟ όσο και οι ΗΠΑ θα επιχειρούσαν να περιορίσουν μια ελληνοτουρκική σύγκρουση. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει αυτομάτως ότι θα υπήρχε στρατιωτική επέμβαση υπέρ κάποιας πλευράς.
Το γεγονός ότι Ελλάδα και Τουρκία ανήκουν στην ίδια Συμμαχία θα μπορούσε να μετατρέψει το ΝΑΤΟ περισσότερο σε μηχανισμό διαχείρισης μιας κρίσης παρά σε άμεσο εγγυητή στρατιωτικής προστασίας.
Παράλληλα, οι σχέσεις της Αθήνας με τη Γαλλία, το Ισραήλ, την Αίγυπτο και την Κύπρο διευρύνουν το πλέγμα των στρατηγικών της διασυνδέσεων.
Ωστόσο, η εξάρτηση από εξωτερική υποστήριξη σε έναν μακροχρόνιο πόλεμο θα έκρυβε και σημαντικούς κινδύνους.
Ο στόχος δεν είναι απαραίτητα η «νίκη»
Από το σύνολο αυτών των αναλύσεων προκύπτει μια ιδιαίτερη στρατηγική λογική.
Η Ελλάδα δεν φαίνεται να σχεδιάζει την πιθανή σύγκρουση με βασικό στόχο να νικήσει την Τουρκία σε έναν παρατεταμένο πόλεμο.
Ο στόχος είναι περισσότερο να εμποδίσει την Τουρκία να δημιουργήσει ένα γρήγορο και μη αναστρέψιμο τετελεσμένο γεγονός.
Το ζητούμενο θα ήταν να επιβιώσει από την αρχική αεροπορική και ναυτική αναμέτρηση, να διατηρήσει τον έλεγχο των νησιών και των κρίσιμων υποδομών, να αυξήσει το κόστος για την αντίπαλη πλευρά και να κερδίσει χρόνο ώστε να ενεργοποιηθούν οι διπλωματικοί μηχανισμοί.
«Ελληνικές πηγές πιστεύουν ότι το ΝΑΤΟ και οι ΗΠΑ θα προσπαθήσουν να περιορίσουν τον πόλεμο»
Το μεγάλο στοίχημα θα αρχίσει μετά τις πρώτες ημέρες
Το συμπέρασμα των ελληνικών αναλύσεων είναι ότι ένας τέτοιος πόλεμος δεν θα κρινόταν αποκλειστικά στις πρώτες ώρες.
Ακόμη και αν η αρχική αεροπορική και ναυτική μάχη είχε συγκεκριμένη έκβαση, η πραγματική δοκιμασία θα ακολουθούσε τις επόμενες εβδομάδες.
Η αντοχή της οικονομίας, η λειτουργία των ενεργειακών δικτύων, η προστασία των κρίσιμων υποδομών, η κοινωνική συνοχή και η αποτελεσματικότητα των συμμαχιών θα μπορούσαν να αποδειχθούν εξίσου σημαντικές με την καθαρά στρατιωτική ισχύ.
Γι’ αυτό και η Αθήνα φαίνεται να προσεγγίζει ένα πιθανό ελληνοτουρκικό πόλεμο περισσότερο ως «πόλεμο αποτροπής» παρά ως πόλεμο με ξεκάθαρο στόχο τη νίκη.
Το ζητούμενο θα ήταν να μην επιτρέψει στην Τουρκία να κερδίσει γρήγορα και αποφασιστικά — και να αντέξει αρκετά ώστε το στρατιωτικό μέτωπο να μετατραπεί σε διπλωματική μάχη.
Σε έναν τέτοιο πόλεμο, άλλωστε, μπορεί να μην υπάρχει πραγματικός νικητής. Μπορεί να υπάρχουν μόνο πολλοί ηττημένοι.









0 Σχόλια
Αφήστε ένα σχόλιο