Είστε εδώ
Home > FAQ the opinion > Προς έναν νέο ορισμό της Τηλεόρασης (του Λευτέρη Κρέτσου)

Προς έναν νέο ορισμό της Τηλεόρασης (του Λευτέρη Κρέτσου)

1. Η ιστορία της Τηλεόρασης

Για να φθάσουμε στο σήμερα η τηλεόραση κατέγραψε τρεις ιστορικές φάσεις. Η πρώτη ήταν η εποχή της σπανιότητας, όπου λειτουργούσε ένας ελάχιστος αριθμός τηλεοπτικών σταθμών και υπήρχε μια περιορισμένη προσφορά τηλεοπτικών προγραμμάτων. Στην περίοδο αυτή οι ιδιοκτήτες των τηλεοπτικών σταθμών σε συνεργασία με τη διαφημιστική βιομηχανία καθόριζαν το τηλεοπτικό πρόγραμμα με βάση τα δικά τους επιχειρηματικά σχέδια και τους επικρατούντες χρονισμούς της κοινωνίας. Ήταν άλλωστε η εποχή της σταθερής απασχόλησης και των ελάχιστα διαφοροποιημένων ωραρίων εργασίας μεταξύ των εργαζομένων. Ο χρόνος εργασίας και ο ελεύθερος χρόνος των πολιτών ήταν σαφώς πιο οριοθετημένος και εμφάνιζε μεγαλύτερη ομοιογένεια και σταθερότητα. Όλοι σχεδόν απασχολούνταν στη βασική νόρμα παραγωγής και του τυπικού ωραρίου εργασίας στη βάση του 08:00-16:00/ 09:00-17:00.

Στο πλαίσιο αυτό η θέαση τηλεοπτικού προγράμματος ήταν ουσιαστικά ένα προγραμματισμένο ραντεβού, στο οποίο οι τηλεθεατές δεν είχαν την πολυτέλεια να αργήσουν ή να το χάσουν. Και συνήθως δεν το έκαναν. Τα ποσοστά τηλεθέασης συγκεκριμένων εκπομπών και τηλεοπτικών σειρών άγγιζαν δυσθεώρητα μεγέθη και αποτελούσαν πραγματικό κοινωνικό γεγονός με τη Βεμπεριανή έννοια του όρου.

Σχεδόν όλοι οι πολίτες μιας χώρας παρακολουθούσαν συγκεκριμένα προγράμματα καθηλωμένοι στον καναπέ τους, τα οποία περίμεναν με αγωνία μέρες πριν. Σήμερα αυτό σπανίως εμφανίζεται και αφορά κυρίως τους τελικούς του παγκοσμίου κυπέλλου ποδοσφαίρου, τους Ολυμπιακούς Αγώνες, τις εκλογικές αναμετρήσεις και γενικότερα τις μεγάλες αθλητικές ή πολιτιστικού χαρακτήρα εκδηλώσεις που στη σφαίρα της πολιτικής ονομάζονται γεγονότα μείζονος σημασίας.

Από την εποχή της σπανιότητας οδηγηθήκαμε σταδιακά στην εποχή της διευρυμένης επιλογής, καθώς η εκπομπή σήματος για πολύ περισσότερους σταθμούς έγινε πιο εύκολη υπόθεση μέσω της τεχνολογικής εξέλιξης και της χρήσης διαφορετικών τεχνολογιών (πχ. καλωδιακή τηλεόραση, επίγεια ψηφιακή ευρυεκπομπή, δορυφορική και ιντερνετική τηλεόραση κτλ.). Τα χαρακτηριστικά της προηγούμενης περιόδου ως προς το αυστηρά δομημένο και ομοιογενές πρόγραμμα διατηρήθηκαν, αλλά το τηλεοπτικό πρόγραμμα εμπλουτίστηκε με νέες θεματικές κατηγορίες (πχ. όχι μόνο ειδήσεις), γεγονός το οποίο σχετίζεται με τρεις σημαντικές εξελίξεις της περιόδου.

Πρώτον, ο αριθμός των παραδοσιακών τηλεοπτικών σταθμών (broadcasters) αυξήθηκε δραματικά. Δεύτερον, οι broadcasters άρχισαν να αναθέτουν ολοένα και μεγαλύτερο μέρος του προγράμματος τους σε εταιρίες παραγωγής με αποτέλεσμα την επέκταση της τηλεοπτικής αγοράς και την παραγωγή καλύτερου προγράμματος. Τρίτον, καθώς ο ανταγωνισμός αυξάνονταν δημιουργήθηκαν ειδικά θεματικά κανάλια και τηλεοπτικά δίκτυα με αποκλειστικότητα στην προσφορά εξειδικευμένου ενημερωτικού και ψυχαγωγικού περιεχομένου. Και σε αυτήν όμως την ιστορική φάση της τηλεόρασης ο νέος κατακερματισμός της τηλεθέασης και η αυξημένη ποικιλία τηλεοπτικού προγράμματος δεν αμφισβητούσαν την κυριαρχία της τηλεόρασης ως μέσου που επηρεάζει τις πολιτικές συμπεριφορές, το πολιτιστικό και κοινωνικό γίγνεσθαι.

Η εποχή που διανύουμε είναι αντίθετα η εποχή της υπεραφθονίας περιεχομένου, όπου η κυριαρχία της τηλεόρασης αμφισβητείται πλέον από το διαδίκτυο και τις αστείρευτες επιλογές προσφερόμενου ψυχαγωγικού προγράμματος εντός ή εκτός του συμβατικού χώρου της τηλεόρασης. Ή μήπως ισχύει τελικά το αντίθετο; Μήπως τελικά με τον τρόπο που/καθώς εξελίσσεται η τεχνολογία και η χρήση της σε διεθνές επίπεδο, προκύπτει ότι το μέλλον του διαδικτύου είναι η τηλεόραση; Πολλοί μελετητές θεωρούν ότι έχουμε μπεί στη «χρυσή εποχή» της τηλεόρασης, καθώς οι πάροχοι on demand υπηρεσιών γιγαντώνονται με πρωτοφανείς ρυθμούς και επενδύουν πολλά δισεκατομμύρια στην παραγωγή πρωτότυπου περιεχομένου, ενώ και οι παραδοσιακοί broadcasters σπεύδουν να εκμεταλλευτούν τις ολοένα και αυξανόμενες δυνατότητες μετάδοσης περιεχομένου σε πραγματικό χρόνο, επενδύοντας στις αναγκαίες υποδομές.

2. Η «Χρυσή Εποχή» της Τηλεόρασης

Το 2017 είχα γράψει ένα άρθρο στο ΑΠΕ στο οποίο τόνιζα τους λόγους για τους οποίους η τηλεόραση παραμένει ο βασιλιάς της ψυχαγωγίας. Ζούμε τη λεγόμενη «χρυσή εποχή της τηλεόρασης», όπου η ζήτηση και προσφορά οπτικοακουστικού περιεχομένου γιγαντώνεται από τις νέες δυνατότητες που παρέχει η ψηφιακή τεχνολογία και όπου όλες οι μεγάλες επιχειρήσεις στο πεδίο της πληροφορικής και της ψυχαγωγίας θέλουν να δραστηριοποιηθούν πιο έντονα στον ευρύτερο χώρο της τηλεόρασης.

Ο λόγος είναι απλός. Οι πολίτες δαπανούν συνεχώς περισσότερο χρόνο μπροστά από μια οθόνη. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η τηλεοπτική βιομηχανία διευρύνεται και δυναμώνει. Πρόκειται για μια εξέλιξη, η οποία οφείλεται σε τέσσερις βασικούς λόγους:

α) αλματώδης αύξηση της πρόσβασης των πολιτών στο διαδίκτυο,
β) ραγδαία αύξηση στον αριθμό των χρηστών έξυπνων κινητών τηλεφώνων,
γ) δραματική βελτίωση της τεχνολογίας των τηλεοπτικών οθονών και των τηλεοπτικών
συσκευών, οι οποίες καθιστούν πιο προσιτή και ελκυστική τη θέαση τηλεοπτικού
περιεχομένου,
δ) παροχή υπεραφθονίας οπτικοακουστικού περιεχομένου στους πολίτες.

Όπως χαρακτηριστικά και εύγλωττα αναφέρει ο Squire (2017) …την τελευταία δεκαετία έχουν συμβεί πολύ πιο ιστορικές αλλαγές από αυτές που έγιναν στο σύνολο τους από την εποχή του βωβού κινηματογράφου. Παλαιότερα οι θεατές πηγαίναν στις κινηματογραφικές ταινίες. Σήμερα οι ταινίες πηγαίνουν στους θεατές και οι θεατές έχουν ανεξάντλητες επιλογές ψυχαγωγίας στις προσωπικές τους οθόνες…

Το γεγονός όμως ότι οι καταναλωτές έχουν πλέον άπειρες επιλογές θέασης, καθώς η σύγχρονη τεχνολογία και η χρήση του διαδικτύου τους επιτρέπει να καταναλώσουν οπτικοακουστικό περιεχόμενο όποτε, όπου και με όποια συσκευή θέλουν λειτουργεί και αντίστροφα. Με άλλα λόγια δεν επηρεάζεται μόνο η σχέση του παρόχου περιεχομένου με τον καταναλωτή, αλλά επηρεάζεται και το ίδιο το μέσο και συνολικά η τηλεοπτική βιομηχανία.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Robinson (2017) οι άπειρες επιλογές θέασης μετατρέπουν την τηλεόραση από ένα push σε ένα pull μέσο, καθώς το κοινό πλέον έχει όχι μόνο την επιλογή, αλλά και την ευθύνη να επιλέξει ποιο πρόγραμμα αντιστοιχεί στις επιθυμίες και τις ανάγκες του, καθώς και την ευθύνη να αναζητήσει τους πιο ικανοποιητικούς και πρόσφορους οικονομικά τρόπους πρόσβασης σε αυτό. Με άλλα λόγια οι τηλεθεατές γίνονται curators δηλαδή επιμελητές της θέασης των τηλεοπτικών τους προγραμμάτων. Και μαζί με αυτό γίνονται και χρήστες (users) τεχνολογιών που τους επιτρέπουν να προσαρμόζουν και να προγραμματίζουν την τηλεοπτική θέαση με τα δικά τους κριτήρια και ανάγκες.

Η Robinson χρησιμοποιεί τον όρο viewsers για να παντρέψει τη λέξη viewers (θεατές) με τη λέξη users (χρήστες) για να περιγράψει τον αυξημένο έλεγχο του κοινού απέναντι στο προσφερόμενο τηλεοπτικό πρόγραμμα. Ο αυξημένος αυτός έλεγχος δεν προκύπτει μόνο από την υπεραφθονία επιλογών. Πλουραλισμό επιλογών είχαμε ακόμη και στην εποχή της αναλογικής τηλεόρασης.

Αυτό που διαφοροποιεί το σήμερα σε σχέση με το παρελθόν είναι η χρήση πολλών νέων τεχνολογιών που κάνουν την κατανάλωση περιεχομένου μια περισσότερο προσωπική υπόθεση. Το ποια όμως προγράμματα θα παρακολουθήσει κάποιος και με ποιες συσκευές ή σε ποια ώρα της ημέρας δεν είναι πλέον μόνο ζήτημα στιγμιαίας ή περιστασιακής επιλογής, αλλά μια ένδειξη του ευρύτερου τρόπου και στάσης ζωής που υιοθετεί.

Όπως τονίζει ο δημιουργός των επιτυχημένων τηλεοπτικών σειρών Peaky Blinders και Taboo, Steven Knight (2016) “το εξειδικευμένο streaming niche τηλεοπτικό πρόγραμμα που επιλέγει κάποιος δεν δείχνει μόνο τις ψυχαγωγικές προτιμήσεις του, αλλά είναι ενδεικτικό της προσωπικότητας του”.

Αυτό που έχει σημασία είναι ότι η τηλεόραση από ένα γεωγραφικά και πολιτισμικά προσδιορισμένο μαζικό μέσο επικοινωνίας (mass media) έχει μεταμορφωθεί πλέον σε ένα παγκόσμιο, αλλά εξειδικευμένο μέσο (niche media) που προσφέρει 24/7 round-the-clock και κατά παραγγελία (on-demand) θέαμα. Το θέαμα αυτό είναι προορισμένο να ικανοποιήσει όλες τις εξειδικευμένες ανάγκες των θεατών (TV nichification effect) από προγράμματα ελαφράς ψυχαγωγίας, όπως το The Voice και τα Φιλαράκια (The Friends) μέχρι αγώνες ποδοσφαίρου και μαθήματα γιόγκα ή ταινίες τρόμου και τηλεοπτικές σειρές από τη Ν. Κορέα.

Αυτό δεν ισχύει μόνο για τα ειδικά θεματικά κανάλια της παραδοσιακής τηλεόρασης και τις ειδικής στόχευσης κοινού διαδικτυακές πλατφόρμες. Οι μεγάλες διαδικτυακές πλατφόρμες ψυχαγωγίας, όπως το Netflix, αλλά και πολλές συνδρομητικές πλατφόρμες (πχ. Pay TV providers, MVPDs και skinny bundles) λειτουργούν στη λογική του all you can eat παρέχοντας στους καταναλωτές πλούσιους καταλόγους κινηματογραφικών ταινιών και τηλεοπτικών σειρών. Οι εταιρίες αυτές δίνουν βάρος στην ετερογένεια των προτιμήσεων του κοινού και κάνουν την τηλεόραση ένα μέσο ικανό να “κλέψει” το χρόνο και να αποσπάσει την προσοχή του. Το γεγονός της κυριαρχίας της τηλεόρασης συγκριτικά με τις υπόλοιπες μορφές ψυχαγωγίας έγκειται ακριβώς σε αυτή τη διαδικασία κάλυψης όλων των αναγκών τηλεθέασης. Υπάρχει δηλαδή χώρος και περιεχόμενο για όλες και όλους. Σήμερα οι τηλεοπτικοί σταθμοί και οι πλατφόρμες μεταφοράς οπτικοακουστικού περιεχομένου καλύπτουν κάθε ανάγκη και προτίμηση θέασης. Κάθε τηλεοπτικός σταθμός μπορεί να μεταδίδει παράλληλα διαφορετικό πρόγραμμα στους τηλεοπτικούς δέκτες από αυτό που μεταδίδει στα κανάλια που έχει στο YouTube ή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Ποτέ ξανά στο παρελθόν δεν υπήρχαν τέτοιες δυνατότητες να φτάσουν οι πάροχοι περιεχομένου απευθείας στον καταναλωτή προσφέροντας του ταυτόχρονα τέτοια μεγάλη ποικιλία περιεχομένου και τόσες πολλές επιλογές θέασης. Η Lotz (2014) περιλαμβάνει τις αλλαγές που επιφέρει η νέα τάξη πραγμάτων στο χώρο της τηλεόρασης με το σχήμα των λεγόμενων πέντε Cs δηλαδή Choice (επιλογή), Control (έλεγχο), Convenience (άνεση), Customization (εξατομίκευση) και Community (κοινότητα ενδιαφέροντος). Ο καταναλωτής έχει πλέον τον πρώτο λόγο στο σύγχρονο μοντέλο οργάνωσης της τηλεοπτικής και της κινηματογραφικής βιομηχανίας, καθώς έχει πλέον άπειρες επιλογές θέασης περιεχομένου (choice) γεγονός το οποίο τον κάνει ικανό να διεκδικεί αυξημένο έλεγχο (control), άνεση (convenience) και δυνατότητα εξατομίκευσης (customization) ή διασύνδεσης των επιλογών του με ευρύτερες κοινότητες καταναλωτών (community) από τους παρόχους περιεχομένου και ιδιαίτερα τους συνδρομητικούς.

Οι απόψεις αυτές απηχούν τη σημαντική θεωρητική συμβολή του Jenkins και το βιβλίο του Convergence Culture (2010), αλλά και άλλες επιστημονικές εργασίες που αφορούν τη διάχυση του περιεχομένου (spreadable media) και των transmedia strategies (Jenkins, Ford και Green, 2013). Οι μελέτες αυτές αποδεικνύουν τη νέα σχέση οφέλους που διαμορφώνεται μεταξύ των παραγωγών και των καταναλωτών (funs και bloggers) από τη χρήση του διαδικτύου.

Η σχέση αυτή είναι ετεροβαρής για τα παραδοσιακά media, αλλά απελευθερωτική για την κοινωνία, καθώς οι καταναλωτές μπορούν μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης να επηρεάζουν καταλυτικά πλέον το πολιτιστικό και πολιτικό γίγνεσθαι, τη δημόσια συζήτηση και την μάχη των ιδεών παράγοντας το δικό τους περιεχόμενο. Για παράδειγμα, τα σύγχρονα τηλεοπτικά δίκτυα και οι παραγωγοί περιεχομένου δεν ανταγωνίζονται μόνο μεταξύ τους, αλλά και με τους ερασιτέχνες και συχνά ευρηματικούς film makers του YouTube που προβάλλουν εκπομπές και άλλα ψυχαγωγικά βίντεο αποσπώντας την προσοχή του κοινού μακριά από τους τηλεοπτικούς δέκτες.

Αντίστοιχα οι λεγόμενοι micro influencers έχουν εκατομμύρια ακόλουθους στους προσωπικούς τους λογαριασμούς στο Instagram και αποτελούν πρόσωπα που συνήθως «κλέβουν» και την προσοχή του κοινού, αλλά και ένα σημαντικό τμήμα της διαφημιστικής δαπάνης που προορίζονταν στα media.

Το ίδιο ενδεχομένως συμβαίνει και με έναν δημοφιλή προσωπικό λογαριασμό στο Facebook ή στο Twitter. Υπάρχουν προσωπικοί λογαριασμοί, οι οποίοι ουσιαστικά ισοδυναμούν με νέα παγκόσμιας εμβέλειας κανάλια επικοινωνίας, καθώς συνδέουν σε 24ωρη βάση τους κατόχους τους με ολόκληρο τον κόσμο χρησιμοποιώντας εικόνες, κείμενα, φωτογραφίες, μηνύματα, βίντεο κτλ. Σύμφωνα με σχετικές μελέτες κάθε λεπτό στο ίντερνετ λαμβάνει χώρα μια γιγαντιαίων διαστάσεων δραστηριότητα, η οποία λειτουργεί παράλληλα με τη λειτουργία του παραδοσιακού τηλεοπτικού οικοσυστήματος.

ολόκληρο το άρθρο του Λευτέρη Κρέτσου στο koutipandoras.gr

Leave a Reply

5 × 2 =

Top