- Με σχετικά πρόσφατη απόφασή του, ο Άρειος Πάγος ανέκοψε μια συντόμευση που είχε αρχίσει να μοιάζει κανόνας, ότι δηλαδή η απαλλαγή του κατηγορουμένου (παιδόφιλου) αποδεικνύει, από μόνη της, πως όποιος κατέθεσε εναντίον του γνώριζε ότι έλεγε ψέματα. Δύο υποθέσεις -της ψυχολόγου της ΕΛ.ΑΣ. που δικάζεται τον Σεπτέμβριο και μίας παιδοψυχιάτρου που αθωώθηκε και επιστρέφει στο εδώλιο- δείχνουν έμπρακτα τι ακριβώς διακυβεύεται.
Ένα παιδί μιλά. Ένας επαγγελματίας ψυχικής υγείας ακούει, παρατηρεί, καταγράφει. Μια καταγγελία φτάνει στις Αρχές. Χρόνια αργότερα, ο καταγγελλόμενος απαλλάσσεται, ενίοτε λόγω αμφιβολιών ή με ανεπαρκείς και περίεργες αιτιολογίες.
Και τότε το βλέμμα της Δικαιοσύνης γυρίζει ανάποδα. Δεν κοιτάζει πια εκείνον που κατηγορήθηκε. Κοιτάζει όσους μετέφεραν, πίστεψαν ή ερμήνευσαν επιστημονικά όσα ειπώθηκαν από ένα ανήλικο παιδί.
Ο ψυχολόγος δεν διαθέτει κάμερα στραμμένη στο παρελθόν. Έχει αφηγήσεις, συμπτώματα, συνεδρίες, υποθέσεις εργασίας. Μπορεί να κάνει λάθος, μπορεί ενίοτε να μην μπορεί να τεκμηριωθεί δικαστικά – ευλόγως ή μη- η κατηγορία.
Το επιστημονικό λάθος όμως δεν είναι ψέμα. Και η επιστημονική διαφωνία σίγουρα δεν υποστασιοποιεί δόλο.
Η απόφαση του Αρείου Πάγου
Το 2025 το Ε΄ Ποινικό Τμήμα συνεδρίασε υπό την προεδρία της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, και ήδη Τομεάρχη Δικαιοσύνης της ΕΛ.Α.Σ., Μαρίας Λεπενιώτη, με εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη, Ευαγγελία Γιακουμάτου.
Η υπόθεση αφορούσε μια μητέρα και μια γιαγιά. Η πρώτη είχε καταγγείλει τον πατέρα ενός παιδιού για σεξουαλική κακοποίηση. Εκείνος απαλλάχθηκε με Βούλευμα. Στη συνέχεια οι δύο γυναίκες καταδικάστηκαν για ψευδή καταμήνυση και ψευδή κατάθεση και, ως προς τη μητέρα, και για ηθική αυτουργία σε ψευδή κατάθεση, όπως πολύ συχνά «επιτάσσει» το μοτίβο δράσης των καταγγελλόμενων ως κακοποιητών, πάντοτε με εξαιρέσεις.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο είχε αποφανθεί πως οι πράξεις δεν συνέβησαν, άρα όσα κατατέθηκαν ήταν ψευδή, άρα οι κατηγορούμενες το γνώριζαν. Τόσο υπεραπλουστευτικά…
Ο Άρειος Πάγος στάθηκε στο κενό ανάμεσα στα δύο τελευταία «άρα».
Το τεχνικό σημείο είναι στενό και ακριβώς γι’ αυτό ισχυρό. Και τα δύο αδικήματα απαιτούν άμεσο δόλο ως προς το ψεύδος. Δεν αρκεί η κατάθεση να ήταν αναληθής, αλλά πρέπει ο καταθέτων να γνώριζε ότι ήταν. Η καταδικαστική απόφαση δεν εξηγούσε από πού προέκυπτε αυτή η γνώση.
Η απόφαση του Αρείου Πάγου δεν υπεισήλθε εκ νέου στην ουσία και δεν αποφάνθηκε ότι υπήρξε πράγματι κακοποίηση, καθώς έτσι ενδεχομένως θα παραβιαζόταν το τεκμήρο αθωότητας του κατηγορούμενου πατέρα. Αναίρεσε, όμως, την καταδίκη και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα εκδίκαση με άλλη σύνθεση.
Η ένσταση που αξίζει απάντηση
Υπάρχει και η άλλη πλευρά, και δεν είναι θεωρητική.Είναι ο πατέρας που έχασε τρία, πέντε, οκτώ χρόνια επαφής με το παιδί του βάσει (και) μιας έκθεσης που κατέρρευσε στο ακροατήριο. Είναι το κοινωνικό στίγμα που δεν αναιρείται με ένα βούλευμα ή μία αθωωτική απόφαση. Είναι η διαπίστωση ότι η αυθεντία του ειδικού ενίοτε επηρεάζει έρευνες, αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων και τακτικών αγωγών, οριοθετεί τιμές και υπολήψεις.
Η παγκόσμια πρακτική
Το πιο ενοχλητικό στοιχείο της υπόθεσης είναι ότι το πρόβλημα δεν είναι άγνωστο, αλλά αντιμετωπίζεται από τις ελληνικές αρχές αποσπασματικά.
Οι κλινικές οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για την ανταπόκριση σε παιδιά και εφήβους που έχουν υποστεί σεξουαλική κακοποίηση (2017) αντιμετωπίζουν τον επαγγελματία υγείας πρωτίστως ως πάροχο ασφαλούς φροντίδας με επίγνωση του τραύματος, με σαφείς κανόνες για τη λήψη ιστορικού και την καταγραφή ευρημάτων. Η Σύμβαση Lanzarote (κυρωτικός ν. 3727/2008) και η Οδηγία 2012/29/ΕΕ (ν. 4478/2017) ζητούν διεπιστημονική προσέγγιση, ειδική εκπαίδευση και εγγυήσεις σε κάθε στάδιο. Ο ίδιος ο ΚΠΔ προβλέπει διακριτή διαδικασία εξέτασης ανήλικων θυμάτων και μαρτύρων, με ειδικά εκπαιδευμένο παιδοψυχολόγο ή παιδοψυχίατρο από τις δομές του «Σπιτιού του Παιδιού», που υπολειτουργούν, σε βαθμό εγκληματικό, με πρώτιστη ευθύνη του Υπουργείου Δικαιοσύνης.
Και δεν πρόκειται για ελληνική ιδιαιτερότητα που πέρασε απαρατήρητη. Στη βασική έκθεση αξιολόγησής της για την Ελλάδα (Νοέμβριος 2023), η GREVIO -η ομάδα εμπειρογνωμόνων του Συμβουλίου της Ευρώπης που επιτηρεί την εφαρμογή της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης (ν. 4531/2018)- κατέγραψε σειρά αποφάσεων, στις οποίες ισχυρισμοί για βία απορρίφθηκαν με την αιτιολογία της «γονεϊκής αποξένωσης» και συναφών εννοιών, όπως η υποβολιμότητα, και ζήτησε να σταματήσει η σχετική πρακτική. Η GREVIO δεν αρνείται ότι η υποβολή υπάρχει. Αμφισβητεί τη χρήση της ως γενικού κλειδιού που ξεκλειδώνει κάθε καταγγελία, αντιμετωπίζοντας τα παιδιά ως «άθυρμα» σε έναν φαύλο κύκλο κακοποίησης, μη τεκμηριωμένης απόδειξης και ενοχοποίησης των ίδιων και όσων τα συνέδραμαν, να «σπάσουν τη σιωπή».
Η ευθύνη των Δικαστικών και Εισαγγελικών Αρχών.
Η ευθύνη εδώ δεν είναι αφηρημένη. Ο εισαγγελέας αποφασίζει αν μια επιστημονική διαφωνία θα μετατραπεί σε ποινική κατηγορία. Ο δικαστής αποφασίζει αν η κατηγορία αποδεικνύεται. Και οι δύο οφείλουν να αντιστέκονται στην αναδρομική βεβαιότητα – στην ψευδαίσθηση ότι, επειδή γνωρίζουμε σήμερα την κατάληξη, γνωρίζουμε και τι μπορούσε ή όφειλε να γνωρίζει κάποιος χρόνια νωρίτερα, όταν το ελληνικό κράτος δεν φρόντισε να κινηθεί αστραπιαία, με αποτέλεσμα πολλές φορές η κακοποίηση των ανήλικων παιδιών να μην ήταν δυνατό να διαγνωστεί με απόλυτα ασφαλές επιστημονικό κριτήριο.
Πριν από κάθε καταδίκη πρέπει να απαντηθούν χωριστά τέσσερα ερωτήματα: τι είπε πράγματι το παιδί, τι παρατήρησε ο επιστήμονας, αν η ερμηνεία του ήταν επιστημονικά υπερασπίσιμη και λογική, και αν γνώριζε μια αντίθετη αλήθεια που απέκρυψε.
Όταν αυτά συγχωνεύονται σε μία μόνον φράση -«ο αρχικά κατηγορούμενος αθωώθηκε, άρα ο ειδικός ψευδόταν»- τότε δεν έχουμε τεχνική ανεπάρκεια αιτιολογίας. Έχουμε θεσμική αποτυχία. Έχουμε την διαιώνιση ενός προβλήματος και την προσπάθεια των Αρχών να δικαιολογήσουν την παραβίαση των διεθνών πρωτοκόλλων και τα διαδικαστικά έκτροπα, για τα οποία οι ίδιες ευθύνονται.
Η πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου είναι πράξη δικαστικού αυτοελέγχου. Υπενθυμίζει ότι η εξουσία της καταδίκης συνοδεύεται από την υποχρέωση της αιτιολόγησης. Η απαίτηση πληρότητας της αιτιολογίας είναι θεμιτή και προς τις δύο κατευθύνσεις, καταδικαστική ή αθωωτική. Η επανειλημμένη επιστροφή ενός ανθρώπου στο εδώλιο, όμως, δεν είναι χωρίς κόστος. Ούτε μια μελλοντική αθώωση επιστρέφει τα χρόνια της επαγγελματικής απαξίωσης και της δολοφονίας χαρακτήρα, όπως πρόσφατα έγινε με την περίπτωση της ψυχολόγου της ΕΛ.ΑΣ..
Η Δικαιοσύνη δεν χρειάζεται να διαλέξει ανάμεσα στον γονέα που κατηγορήθηκε αδίκως και στον επιστήμονα που ενδέχεται να ενήργησε καλόπιστα. Οφείλει να προστατεύσει και τους δύο. Το τεκμήριο αθωότητας του ενός δεν εξαγοράζεται με την κατάργηση του τεκμηρίου αθωότητας του άλλου, πολλώ δε μάλλον όταν το πρώτο επιτεύχθηκε επειδή η ενοχή δεν διαγνώστηκε πέραν κάθε αμφιβολίας…ακόμη και «κατασκευασμένης»…
Το τελικό κόστος, άλλωστε, δεν το επωμίζονται μόνο οι ειδικοί. Το επωμίζονται και όσοι θα ζητήσουν τη βοήθειά τους. Αν κάθε κλινική εκτίμηση που δεν επιβεβαιώνεται δικαστικά μπορεί χρόνια αργότερα να παρουσιαστεί ως ψεύδος ποινικά αξιολογήσιμο, η ασφαλέστερη επαγγελματική στάση θα γίνει η σιωπή.
Και τη σιωπή δεν θα την πληρώσουν μόνον οι επιστήμονες. Θα την πληρώσουν κυρίως τα παιδιά που δεν θα βρουν κανέναν πρόθυμο να τα ακούσει.
Τότε η φράση «Σπάστε την σιωπή» θα αντηχεί ως σύνθημα ειρωνείας και υποκρισίας.









0 Σχόλια
Αφήστε ένα σχόλιο