- Γιατί όταν βλέπουμε έναν άνθρωπο να λυγίζει και να ξεσπά σε κλάματα, συχνά καταφεύγουμε σε φράσεις που τελικά δεν τον βοηθούν; Ειδικός στην υποστηρικτική επικοινωνία εξηγεί πώς μπορούμε να σταθούμε πραγματικά δίπλα σε κάποιον που περνά μια δύσκολη στιγμή.
Όταν ένας άνθρωπος που γνωρίζουμε ως χαμογελαστό και ευδιάθετο μας ανακοινώνει ξαφνικά μια βαριά απώλεια, είναι απολύτως φυσιολογικό να αιφνιδιαστούμε. Για λίγα δευτερόλεπτα μπορεί να μη βρίσκουμε ούτε μία λέξη να πούμε. Η είδηση είναι τόσο έντονη, ώστε η αμηχανία και η σιωπή μοιάζουν να είναι η μόνη διαθέσιμη αντίδραση.
Αυτό συμβαίνει συχνά όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με τον πόνο ενός άλλου ανθρώπου. Άλλοι παγώνουν, άλλοι προσπαθούν να βρουν μια καθησυχαστική κουβέντα και κάποιοι καταφεύγουν σε έτοιμες φράσεις παρηγοριάς. Το πρόβλημα είναι ότι η καλή πρόθεση δεν εγγυάται πάντα και τη σωστή αντίδραση.
Δεν είναι δική μας δουλειά να «διορθώσουμε» τον πόνο
Όταν κάποιος αρχίζει να κλαίει, η πρώτη μας παρόρμηση είναι συχνά να κάνουμε κάτι ώστε να σταματήσει. Θέλουμε να τον ανακουφίσουμε, αλλά ταυτόχρονα προσπαθούμε να απαλλαγούμε και από τη δική μας αμηχανία.
Σύμφωνα με ειδικούς στην επικοινωνία, όμως, αυτή ακριβώς η ανάγκη να βρούμε άμεσα λύση μπορεί να οδηγήσει σε λάθος συμπεριφορά. Ένας άνθρωπος που βρίσκεται σε έντονη συναισθηματική φόρτιση δεν χρειάζεται απαραίτητα συμβουλές ή μια «τέλεια» φράση.
Ακόμη και μια φαινομενικά αυτονόητη κίνηση, όπως το να του προσφέρουμε αμέσως χαρτομάντιλο, μπορεί να μεταφέρει άθελά μας το μήνυμα ότι πρέπει να σταματήσει να κλαίει.
Πιο χρήσιμο είναι να παραμείνουμε ψύχραιμοι, να πλησιάσουμε διακριτικά και να δείξουμε με τη στάση μας ότι είμαστε διαθέσιμοι. Ένα απλό άγγιγμα στον ώμο, εφόσον υπάρχει η κατάλληλη οικειότητα, μπορεί να λειτουργήσει υποστηρικτικά.
Και αν πραγματικά δεν ξέρουμε τι να πούμε, η σιωπή δεν είναι αποτυχία. Μερικές φορές η παρουσία μας από μόνη της είναι αρκετή για να δείξει στον άλλον ότι δεν είναι μόνος.
Όταν έρθει η στιγμή για λόγια
Όταν η ένταση αρχίσει να υποχωρεί, τότε μπορεί να υπάρχει χώρος για συζήτηση. Καλό είναι, ωστόσο, να αποφεύγουμε ερωτήσεις όπως «Είσαι καλά;», ιδιαίτερα όταν είναι προφανές ότι ο άνθρωπος δεν είναι.
Μια τέτοια ερώτηση μπορεί να τον οδηγήσει στο να προσπαθήσει να καθησυχάσει εμάς, αντί να εκφράσει αυτό που πραγματικά αισθάνεται.
Πιο ουσιαστικό είναι ένα απλό «Έμαθα τι συνέβη και λυπάμαι πολύ». Δεν χρειάζεται να ακολουθήσει κάποια μεγάλη ανάλυση. Αν ο άνθρωπος θέλει να μιλήσει, θα το κάνει. Και η αφήγηση όσων συνέβησαν μπορεί να του επιτρέψει να εκφράσει τον πόνο του με τον δικό του ρυθμό.
Τι κάνουμε όταν πρόκειται για έναν άγνωστο;
Η κατάσταση είναι διαφορετική όταν βλέπουμε έναν άνθρωπο που δεν γνωρίζουμε να κλαίει, για παράδειγμα σε ένα μέσο μεταφοράς ή σε δημόσιο χώρο.
Αν φαίνεται ότι προσπαθεί να κρύψει τα δάκρυά του και επιθυμεί να μείνει μόνος, το πιο διακριτικό που μπορούμε να κάνουμε είναι να του δώσουμε χώρο.
Αν, αντίθετα, δείχνει ότι θα μπορούσε να δεχθεί μια προσέγγιση, μπορούμε απλά να ρωτήσουμε αν χρειάζεται κάτι ή αν υπάρχει κάποιο πρόσωπο που θα ήθελε να ειδοποιήσουμε.
Δεν χρειάζεται να γνωρίζουμε την ιστορία του ούτε να αναλάβουμε να λύσουμε το πρόβλημά του. Αρκεί μια ανθρώπινη και διακριτική κίνηση ενδιαφέροντος.
Οι φράσεις που καλό είναι να αποφεύγουμε
Υπάρχουν ορισμένες φράσεις που χρησιμοποιούνται συχνά με σκοπό την παρηγοριά, αλλά μπορεί τελικά να κάνουν τον άνθρωπο που υποφέρει να αισθανθεί ακόμη χειρότερα.
«Όλα θα πάνε καλά» ή «Είσαι δυνατός, θα το ξεπεράσεις»: Παρότι ακούγονται ενθαρρυντικές, μπορεί να δημιουργήσουν την αίσθηση ότι ο πόνος του άλλου υποτιμάται ή ότι αναμένεται από εκείνον να παραμείνει δυνατός.
«Μην κλαις»: Τα δάκρυα δεν σταματούν επειδή κάποιος το ζητά. Η φράση μπορεί να κάνει τον άνθρωπο να αισθανθεί ότι το συναίσθημά του είναι ενοχλητικό ή υπερβολικό.
«Τουλάχιστον έχεις την υγεία σου» ή «Προσπάθησε να δεις τη θετική πλευρά»: Η προσπάθεια να βρούμε κάτι θετικό μέσα σε μια δύσκολη κατάσταση μπορεί να έρθει τη λάθος στιγμή. Όταν κάποιος πονά, αυτό που χρειάζεται πρώτα είναι να αναγνωριστεί ο πόνος του και όχι να συγκριθεί με κάτι που θα μπορούσε να είναι χειρότερο.
Δεν χρειάζεται να κάνουμε την κουβέντα για εμάς
Ένα ακόμη συχνό λάθος είναι να απαντάμε στον πόνο του άλλου με τη δική μας ιστορία.
Μπορεί να έχουμε περάσει κάτι παρόμοιο ή ακόμη πιο δύσκολο. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι εκείνη τη στιγμή πρέπει να διηγηθούμε τη δική μας εμπειρία.
Όταν κάποιος ανοίγεται για κάτι που τον έχει πληγώσει, το επίκεντρο πρέπει να παραμένει εκείνος. Η μεταφορά της συζήτησης στις δικές μας δυσκολίες μπορεί να τον κάνει να αισθανθεί ότι δεν ακούστηκε πραγματικά.
Ακούμε πριν προσπαθήσουμε να δώσουμε λύση
Η ανάγκη να δώσουμε συμβουλές είναι ανθρώπινη. Ωστόσο, η υποστήριξη δεν σημαίνει απαραίτητα ότι πρέπει να προσφέρουμε λύσεις.
Πιο χρήσιμο είναι να κάνουμε μια ανοιχτή ερώτηση, να ακούσουμε χωρίς να διακόπτουμε και να αφήσουμε τον άλλον να αποφασίσει πόσα θέλει να μοιραστεί.
Μόνο εφόσον το ζητήσει ή όταν είναι πραγματικά απαραίτητο, μπορούμε να περάσουμε στις συμβουλές. Συχνά, αυτό που χρειάζεται περισσότερο ένας άνθρωπος που υποφέρει δεν είναι κάποιος που θα του λύσει το πρόβλημα, αλλά κάποιος που θα μείνει δίπλα του χωρίς να προσπαθήσει να ακυρώσει αυτό που αισθάνεται.









0 Σχόλια
Αφήστε ένα σχόλιο