- Η Ολομέλεια του ΣτΕ επικαλέστηκε τη δημοσιονομική σταθερότητα για να αποκλείσει την επαναφορά των επιδομάτων στους δημοσίους υπαλλήλους. Η ίδια έννομη τάξη, όμως, επέδειξε πολύ μεγαλύτερη συνταγματική ευαισθησία όταν οι περικοπές αφορούσαν τις αποδοχές και τις συντάξεις των δικαστικών λειτουργών.
Υπάρχει κάτι θεσμικά αμήχανο στην εικόνα που διαμορφώνεται από τη νομολογία των τελευταίων ετών. Όταν προσφεύγουν εκπαιδευτικοί, υγειονομικοί, διοικητικοί και άλλοι δημόσιοι υπάλληλοι, η δημοσιονομική σταθερότητα εμφανίζεται ως σχεδόν αδιαπέραστο όριο. Όταν, αντιθέτως, το αντικείμενο της διαφοράς είναι οι αποδοχές ή οι συντάξεις δικαστικών λειτουργών, το συνταγματικό λεξιλόγιο γίνεται αισθητά πλουσιότερο, ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, ισοτιμία των κρατικών λειτουργιών, σταθερότητα των αποδοχών, πλήρης συμμόρφωση προς τις δικαστικές αποφάσεις.
Αυτή η αντίθεση αναδεικνύεται εκ νέου με την πρόσφατη απόφαση 1201/2026 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Η απόφαση που κλείνει ξανά την πόρτα
Σύμφωνα με τη δημοσιευμένη σύνοψη της απόφασης, εν αναμονή του πλήρους σκεπτικού της, η Ολομέλεια, υπό την προεδρία του Μιχαήλ Πικραμένου και με εισηγητή τον Σύμβουλο Επικρατείας, Ιωάννη Μιχαλακόπουλο, απέρριψε την αγωγή δημοσίου υπαλλήλου που ζητούσε την καταβολή δύο πρόσθετων βασικών μισθών ετησίως για τα έτη 2023 και 2024.
Το Δικαστήριο έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι η μη επαναφορά των επιδομάτων δικαιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος και δημοσιονομικής σταθερότητας, λόγω της μόνιμης ετήσιας επιβάρυνσης που θα προκαλούσε η καταβολή τους στο σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων. Έκρινε ακόμη ότι δεν προέκυψε πως τίθεται σε κίνδυνο η αξιοπρεπής διαβίωσή τους!
Απέρριψε επίσης τη σύγκριση με τους εργαζομένους του ιδιωτικού τομέα, με το σκεπτικό ότι οι δύο κατηγορίες δεν εργάζονται υπό τις ίδιες συνθήκες και ότι η μισθολογική κατάσταση των δημοσίων υπαλλήλων συνδέεται άμεσα με τον κρατικό προϋπολογισμό. Στο ζήτημα αυτό, ωστόσο, καταγράφηκε διαφωνία έξι μελών της Ολομέλειας, στοιχείο που καταδεικνύει ότι η απάντηση δεν ήταν ούτε αυτονόητη ούτε νομικά μονόδρομη.
Η απόφαση δεν αποτελεί κεραυνό εν αιθρία. Συνεχίζει τη γραμμή της Ολομέλειας 1307/2019, η οποία είχε ανατρέψει την ευνοϊκότερη για τους υπαλλήλους κρίση των αποφάσεων 2626-2635/2018 του ΣΤ΄ Τμήματος και είχε κρίνει συνταγματική την πλήρη κατάργηση των επιδομάτων με τον νόμο 4093/2012.
Αξιοπρεπής διαβίωση ή απλή επιβίωση;
Η αναφορά ότι δεν διακυβεύεται η «αξιοπρεπής διαβίωση» αποκαλύπτει και το βαθύτερο πρόβλημα της απόφασης. Η συνταγματική προστασία της εργασίας και της ισότητας δεν μπορεί να εξαντλείται στην εξέταση του κατά πόσο ο εργαζόμενος βρίσκεται πάνω ή κάτω από το όριο της φτώχειας!
Η αμοιβή δεν είναι προνοιακό βοήθημα. Δεν αποτελεί απλώς το ελάχιστο ποσό που εμποδίζει έναν εργαζόμενο να περιέλθει σε πλήρη ένδεια, αλλά την αντιπαροχή για την εργασία του και βασικό παράγοντα αξιοπρεπούς κοινωνικής συμμετοχής.
Η αγοραστική δύναμη των μισθών, η αύξηση του κόστους στέγασης και ενέργειας, ο σωρευτικός πληθωρισμός και η πολυετής αποψίλωση του πραγματικού εισοδήματος δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως δευτερεύοντα στοιχεία, αρκεί ο υπάλληλος να μην έχει περάσει επισήμως κάτω από κάποιο στατιστικό όριο.
Η δημοσιονομική επίπτωση είναι ασφαλώς θεμιτό κριτήριο. Δεν μπορεί, όμως, να λειτουργεί ως λέξη-κλειδί που απαλλάσσει την Πολιτεία από την ανάγκη ουσιαστικής στάθμισης. Διαφορετικά, μια περικοπή που επιβλήθηκε ως έκτακτο μέτρο το 2012 μετατρέπεται σε μόνιμη κανονικότητα, ακόμη και μετά τη λήξη της οξείας δημοσιονομικής κρίσης.
Όταν οι περικοπές αφορούσαν τους δικαστές
Εντελώς διαφορετική υπήρξε η εξέλιξη όταν οι μνημονιακές περικοπές αφορούσαν τους ίδιους τους δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς.
Με την απόφαση 88/2013, το Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 88 του Συντάγματος -το λεγόμενο Μισθοδικείο- είχε κρίνει αντισυνταγματικές τις μειώσεις που είχαν επιβληθεί στις αποδοχές τους με τον ίδιο νόμο 4093/2012. Επικαλέστηκε τη δικαστική ανεξαρτησία, την ισοτιμία των κρατικών λειτουργιών και την ανάγκη οι αποδοχές των δικαστών να είναι ανάλογες προς το λειτούργημά τους.
Ο νομοθέτης αντέδρασε με το άρθρο 181 του νόμου 4270/2014, καταργώντας αναδρομικά τις επίμαχες μειώσεις. Όταν, στη συνέχεια, ο νόμος 4307/2014 περιόρισε στο 50% τη διαφορά αποδοχών που θα επιστρεφόταν για την περίοδο από τον Αύγουστο του 2012 έως τον Ιούνιο του 2014, το Μισθοδικείο επανήλθε. Με την απόφαση 127/2016 έκρινε αντισυνταγματικό και αυτόν τον περιορισμό, ανοίγοντας τον δρόμο για την καταβολή ολόκληρης της διαφοράς.
Το υπόλοιπο ήμισυ καταβλήθηκε τελικά εφάπαξ με το άρθρο 14 του Ν. 4575/2018, ειδικά στους δικαστικούς λειτουργούς και στα μέλη του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Ακολούθησε και ιδιαίτερη φορολογική μεταχείριση. Με το άρθρο 52 του νόμου 4607/2019 προβλέφθηκε για συγκεκριμένα αναδρομικά δικαστικών λειτουργών και μελών του ΝΣΚ φορολόγηση 20% με εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης, συμπεριλαμβανομένης της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης.
Η ίδια θεσμική ευαισθησία εμφανίστηκε και στις συντάξεις. Με τις πιλοτικές αποφάσεις 1330-1332/2023, η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου αντιμετώπισε ως μη νόμιμη την άρνηση της Διοίκησης να επανυπολογίσει δικαστικές συντάξεις με βάση προηγούμενες αποφάσεις του Μισθοδικείου. Το ίδιο το Ελεγκτικό Συνέδριο διευκρίνισε ότι οι πιλοτικές αποφάσεις δεν αφορούσαν μόνο τους τρεις διαδίκους, αλλά όλους τους δικαστικούς λειτουργούς.
Και ο νομοθέτης ανταποκρίνεται
Το 2023 ο νομοθέτης αύξησε εκ νέου συγκεκριμένα επιδόματα δικαστικών λειτουργών και μελών του ΝΣΚ. Με το άρθρο 39 του Ν. 5079/2023, από την 1η Ιανουαρίου 2024 αυξήθηκε κατά 30% το επίδομα ταχύτερης και αποτελεσματικότερης διεκπεραίωσης υποθέσεων, τι κι εάν οι καθυστερήσεις στη Δικαιοσύνη έχουν καταστεί γάγγραινα και κανονικότητα, και κατά 10% η πάγια αποζημίωση ειδικών συνθηκών και τα έξοδα παράστασης.
Η ετήσια επιβάρυνση υπολογίστηκε από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους σε περίπου 14,5 εκατομμύρια ευρώ, όπως προκύπτει από την επίσημη δημοσιονομική έκθεση.
Η ειδική συνταγματική προστασία δεν λύνει το ζήτημα
Η διαφορετική νομική μεταχείριση έχει μία σοβαρή συνταγματική εξήγηση. Το άρθρο 88 του Συντάγματος ορίζει ρητά ότι οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών πρέπει να είναι ανάλογες προς το λειτούργημά τους και να καθορίζονται με ειδικούς νόμους.
Η επαρκής αμοιβή των δικαστών αποτελεί πράγματι εγγύηση της ανεξαρτησίας τους. Το πρόβλημα δεν είναι ότι προστατεύονται οι δικαστές, ούτε ότι αποκαταστάθηκαν οι παράνομες περικοπές τους. Το πρόβλημα είναι πως η αυστηρή συνταγματική στάθμιση φαίνεται να εξαντλείται, όταν πρόκειται για τους υπόλοιπους εργαζομένους του κράτους, που αντιμετωπίζονται ως «πληβείοι» και πολίτες δεύτερης κατηγορίας.
Το άρθρο 88 εξηγεί την ειδική προστασία. Δεν επιβάλλει, όμως, τη συνταγματική αορατότητα των εκπαιδευτικών, των γιατρών, των νοσηλευτών, των υπαλλήλων των δήμων και των ανθρώπων που κρατούν καθημερινά όρθια τη Δημόσια Διοίκηση, την ώρα που η πλειοψηφία των πολιτών δεν έχει καμία εμπιστοσύνη στον θεσμό της Δικαιοσύνης.
Μια ανεξάρτητη Δικαιοσύνη χρειάζεται επαρκώς αμειβόμενους δικαστές. Ένα λειτουργικό κράτος χρειάζεται εξίσου επαρκώς αμειβόμενους υπαλλήλους. Όταν για την πρώτη κατηγορία ενεργοποιείται όλο το οπλοστάσιο της συνταγματικής προστασίας, ενώ για τη δεύτερη αρκεί η διαπίστωση ότι δεν απειλείται η στοιχειώδης διαβίωσή της, δημιουργείται η εικόνα μιας Δικαιοσύνης δύο μισθολογικών ταχυτήτων.
Και στη Δικαιοσύνη δεν αρκεί μόνο να υπάρχει ισότητα. Πρέπει και να φαίνεται ότι υπάρχει. Η δημοσιονομική σταθερότητα δεν μπορεί να είναι τείχος από οπλισμένο σκυρόδεμα για τους πολλούς και κινητό διαχωριστικό για τους λίγους, ένα αόρατο χέρι ανταποδοτικής προστασίας που σέρνει ολόκληρο το Κράτος Δικαίου…









0 Σχόλια
Αφήστε ένα σχόλιο