- Η Κίμπερλι Γκιλφόιλ χαρακτήρισε «ατυχές» το γεγονός ότι το λιμάνι πέρασε στην COSCO και μίλησε δημόσια για την ανάγκη να αντισταθμιστεί η κινεζική επιρροή. Η κινεζική πρεσβεία απάντησε με σκληρή γλώσσα. Την ίδια ώρα, η αμερικανική DFC έχει δεσμεύσει δάνειο 125 εκατ. δολαρίων για τα Ναυπηγεία Ελευσίνας. Δεν χρειάζεται πολλή φαντασία για να καταλάβει κανείς τι συμβαίνει. Η Ουάσιγκτον θέλει ισχυρότερο αμερικανικό αποτύπωμα δίπλα σε ένα λιμάνι που ελέγχεται από κινεζικά συμφέροντα. Και η Ελλάδα καλείται να κάνει ισορροπία πάνω σε πολύ λεπτό σχοινί. Από τη μία ο στρατηγικός δεσμός με τις ΗΠΑ. Από την άλλη μια τεράστια κινεζική επένδυση που δεν εξαφανίζεται.
Η απόφαση του Κινέζου προέδρου Σι Τζινπίνγκ να βρεθεί στην Αίγυπτο στις αρχές Σεπτεμβρίου, χωρίς να συμπεριλάβει την Αθήνα στο ταξίδι του, δεν πέρασε απαρατήρητη στο ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών. Και δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί μια απλή αλλαγή στο διπλωματικό του πρόγραμμα, ιδιαίτερα αν συγκριθεί με το κλίμα που επικρατούσε πριν από λίγα χρόνια στις σχέσεις Αθήνας και Πεκίνου.
Το 2019 ο Σι είχε πραγματοποιήσει επίσημη επίσκεψη στην Ελλάδα, με συναντήσεις σε κορυφαίο πολιτικό επίπεδο και συμβολική παρουσία στον Πειραιά, όπου η κινεζική παρουσία μέσω της Cosco αποτελούσε τότε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα της οικονομικής διείσδυσης του Πεκίνου στην Ευρώπη. Εκείνη την περίοδο οι δύο κυβερνήσεις έδιναν ιδιαίτερη έμφαση στην αναβάθμιση της σχέσης τους και στην προοπτική μιας ευρύτερης στρατηγικής συνεργασίας.
Σήμερα η εικόνα είναι αισθητά διαφορετική. Η επιστροφή του Κινέζου προέδρου στην περιοχή δεν συνοδεύτηκε από στάση στην Ελλάδα, παρά το γεγονός ότι ο Πειραιάς εξακολουθεί να αποτελεί ένα σημαντικό κινεζικό οικονομικό και εμπορικό αποτύπωμα στην Ευρώπη. Η απουσία της Αθήνας από την ατζέντα αποκτά έτσι ιδιαίτερο συμβολισμό και επαναφέρει στο προσκήνιο το ερώτημα για το πού ακριβώς βρίσκεται πλέον η ελληνοκινεζική σχέση.
Η επιλογή της Αιγύπτου από το Πεκίνο κάθε άλλο παρά τυχαία ήταν. Το Κάιρο βρίσκεται σε ένα εξαιρετικά κρίσιμο γεωγραφικό σημείο, με τον έλεγχο της Διώρυγας του Σουέζ, σημαντικές λιμενικές υποδομές, ενεργειακές δυνατότητες και πρόσβαση σε εμπορικές διαδρομές που συνδέουν την Ασία με την Ευρώπη και την Αφρική. Η επίσκεψη του Σι συνοδεύτηκε από επίσημες τελετές, συμφωνίες και νέα επιβεβαίωση της στρατηγικής σχέσης των δύο χωρών, σε μια χρονική στιγμή που συμπληρώνονται επτά δεκαετίες από την έναρξη των διπλωματικών τους σχέσεων.
Το μήνυμα του Πεκίνου είναι συνεπώς σαφές: η Αίγυπτος αντιμετωπίζεται ως χώρα με ιδιαίτερη γεωπολιτική αξία για την κινεζική στρατηγική στην Ανατολική Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή και τον λεγόμενο Παγκόσμιο Νότο.
Και κάπου εδώ επιστρέφει ο Πειραιάς.
Η Cosco έχει μετατρέψει το μεγαλύτερο ελληνικό λιμάνι σε βασικό κρίκο της κινεζικής εμπορικής παρουσίας στην Ευρώπη. Όμως τα τελευταία χρόνια η αμερικανική παρουσία στην ευρύτερη περιοχή έχει ενισχυθεί σημαντικά. Η αμερικανική DFC έχει διαθέσει 125 εκατ. δολάρια για τα Ναυπηγεία Ελευσίνας, σε μια επένδυση που αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία λόγω της γειτνίασης με τον Πειραιά.
Παράλληλα, οι δημόσιες τοποθετήσεις της Αμερικανίδας πρέσβη Κίμπερλι Γκίλφοϊλ υπέρ της δημιουργίας ενός δεύτερου ισχυρού λιμενικού πόλου στην περιοχή έχουν προσθέσει ακόμη μία διάσταση στον ανταγωνισμό γύρω από τις κινεζικές υποδομές στον Πειραιά.
Η Αθήνα από την πλευρά της υποστηρίζει ότι τηρεί τις υφιστάμενες συμφωνίες και ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν στρατηγικό σύμμαχο της Ελλάδας. Ωστόσο, στο Πεκίνο η εικόνα που αποτυπώνεται είναι πιθανό να διαβάζεται διαφορετικά: μια Ελλάδα που τα τελευταία χρόνια έχει έρθει πολύ πιο κοντά στην αμερικανική στρατηγική και έχει περιορίσει σημαντικά τα περιθώρια αυτόνομης προσέγγισης προς την Κίνα.
Η αλλαγή αυτή δεν περιορίζεται, άλλωστε, στις σχέσεις Αθήνας-Πεκίνου. Στο άλλο μεγάλο μέτωπο, αυτό της Ρωσίας, η Ελλάδα έχει ακολουθήσει με συνέπεια τη δυτική γραμμή μετά την εισβολή στην Ουκρανία, περιορίζοντας δραστικά τις παραδοσιακές διπλωματικές και πολιτικές γέφυρες που υπήρχαν στο παρελθόν.
Έτσι, μέσα σε λίγα χρόνια, η ελληνική εξωτερική πολιτική έχει μετακινηθεί από μια προσπάθεια διατήρησης πολλαπλών διαύλων προς μια σαφέστερη τοποθέτηση στο δυτικό στρατόπεδο και, κυρίως, στον αμερικανικό στρατηγικό σχεδιασμό.
Αυτό ακριβώς είναι που κάνει την απουσία της Αθήνας από το πρόγραμμα του Σι περισσότερο ενδιαφέρουσα. Το 2019 η Ελλάδα μπορούσε να υποδέχεται τον Κινέζο πρόεδρο, να προβάλλει τον Πειραιά ως γέφυρα προς την Ευρώπη και ταυτόχρονα να εμβαθύνει τις σχέσεις της με την Ουάσινγκτον. Σήμερα οι γεωπολιτικές ισορροπίες έχουν γίνει πολύ πιο σκληρές και τα περιθώρια ελιγμών για χώρες όπως η Ελλάδα φαίνεται να έχουν περιοριστεί.
Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η Ελλάδα έπρεπε να επιλέξει μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ. Είναι αν, μέσα στην προσπάθεια να ενισχύσει τη σχέση της με την Ουάσινγκτον, άφησε να χαθούν δίαυλοι που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν προς όφελος των ελληνικών συμφερόντων.
Για μια χώρα με το γεωγραφικό βάρος της Ελλάδας, η διπλωματική ισχύς δεν προκύπτει μόνο από τις συμμαχίες της. Προκύπτει και από την ικανότητά της να συνομιλεί ταυτόχρονα με όσο το δυνατόν περισσότερα ισχυρά κέντρα. Και η απουσία της Αθήνας από μια τόσο σημαντική κινεζική περιοδεία στη Μεσόγειο μπορεί να αποτελεί μια υπενθύμιση ότι αυτή η ισορροπία δεν είναι πλέον τόσο εύκολη όσο ήταν το 2019.









0 Σχόλια
Αφήστε ένα σχόλιο