- Νέα στοιχεία έρχονται στο φως για την υπόθεση της δολοφονίας της 38χρονης Βρετανίδας εθελόντριας Ελίζαμπεθ-Τζέιν (Λίζα) Ρος στην Αθήνα, με τις αρχές να εξετάζουν κινήσεις που, σύμφωνα με την έρευνα, αποσκοπούσαν στην παραπλάνηση των αστυνομικών και στην καθυστέρηση της αποκάλυψης του εγκλήματος.
Ο Αφγανός υπήκοος που κατηγορείται για την υπόθεση οδηγήθηκε το πρωί της Τετάρτης ενώπιον του ανακριτή στα δικαστήρια της πρώην Σχολής Ευελπίδων, όπου αρνήθηκε τις κατηγορίες που του αποδίδονται.
Σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλούνται τα μέχρι στιγμής στοιχεία της δικογραφίας, ο κατηγορούμενος φέρεται να προμηθεύτηκε ένα ανώνυμο κινητό τηλέφωνο, μέσω του οποίου έστειλε μηνύματα στους συγγενείς και τους φίλους της άτυχης γυναίκας, επιχειρώντας να εμφανίσει τη δολοφονία ως ενέργεια με θρησκευτικά κίνητρα. Αντίστοιχα μηνύματα φέρεται να απέστειλε και στην Αμερικανίδα σύζυγό του, επιχειρώντας να ενισχύσει το ίδιο σενάριο.
Η αστυνομική έρευνα εκτιμά ακόμη ότι, αφού απενεργοποιήθηκε το προσωπικό κινητό της 38χρονης, χρησιμοποιήθηκε στη συνέχεια για την αποστολή μηνυμάτων προς το οικογενειακό και φιλικό της περιβάλλον, ώστε να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι ήταν ζωντανή και απλώς επιθυμούσε να απομονωθεί για λίγες ημέρες.
Οι αστυνομικοί απορρίπτουν τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου ότι εντόπισε τη γυναίκα ήδη νεκρή στο διαμέρισμά της και εξετάζουν το ενδεχόμενο να προηγήθηκε βίαιη συμπλοκή. Στο πλαίσιο της προανάκρισης διερευνώνται ως πιθανά κίνητρα η ληστεία ή η απόπειρα σεξουαλικής επίθεσης.
Κατά τη δικογραφία, ο κατηγορούμενος φέρεται να παραδέχθηκε ότι μετέφερε τη σορό μέσα σε βαλίτσα και την εγκατέλειψε σε εγκαταλελειμμένο κτίριο στην Κυψέλη, ενώ φέρεται επίσης να έκανε χρήση των τραπεζικών καρτών της 38χρονης για αναλήψεις χρημάτων.
Η σορός της Βρετανίδας, η οποία βρισκόταν στην Ελλάδα από τα τέλη Ιουνίου συμμετέχοντας σε εθελοντική δράση, εντοπίστηκε στις 18 Ιουλίου από άστεγο, λίγες ημέρες μετά τη δήλωση της εξαφάνισής της.
Καθοριστική για την εξέλιξη της υπόθεσης αποδείχθηκε η στάση της συζύγου του κατηγορούμενου. Όπως προκύπτει από την έρευνα, παρατήρησε ύποπτες κινήσεις του συζύγου της και, όταν ενημερώθηκε για τον εντοπισμό της σορού, ενημέρωσε τις αρχές, παραδίδοντας χρήματα και κινητό τηλέφωνο που, όπως πίστευε, συνδέονταν με την υπόθεση.
Παράλληλα, υλικό από κάμερες ασφαλείας φέρεται να καταγράφει τον κατηγορούμενο να εισέρχεται στο διαμέρισμα της 38χρονης το βράδυ της 15ης Ιουλίου, ενώ σε μεταγενέστερο βίντεο εμφανίζεται να μεταφέρει βαλίτσα προς εγκαταλελειμμένο χώρο στάθμευσης, από όπου αποχώρησε λίγα λεπτά αργότερα χωρίς αυτή.
Ο κατηγορούμενος είχε φτάσει στην Ελλάδα το 2016 ως ασυνόδευτος ανήλικος πρόσφυγας και τα επόμενα χρόνια δραστηριοποιήθηκε σε δομές υποστήριξης προσφύγων. Μαζί με τη σύζυγό του είχαν ιδρύσει μη κυβερνητική οργάνωση με δράση στην Αθήνα, μέσω της οποίας παρείχαν βοήθεια σε ευάλωτες ομάδες και διοργάνωναν κοινωνικές δράσεις.
Σύμφωνα με αστυνομικές πηγές, στο πλαίσιο της έρευνας εξετάζεται επίσης ισχυρισμός ότι ο κατηγορούμενος είχε εκφράσει δυσαρέσκεια απέναντι στο θύμα, υποστηρίζοντας πως δεχόταν πιέσεις σχετικά με θρησκευτικά ζητήματα. Το συγκεκριμένο στοιχείο αξιολογείται από τις αρχές στο πλαίσιο της συνολικής διερεύνησης της υπόθεσης.








0 Σχόλια
Αφήστε ένα σχόλιο