Άποψη

Κι όμως, (πρέπει να) υπάρχει αισθητική στην δημοσιογραφία (Του Γιώργου Τραπεζιώτη)

Κι όμως, (πρέπει να) υπάρχει αισθητική στην δημοσιογραφία  (Του Γιώργου Τραπεζιώτη)

Σελίδες «τρέχουν» στις μηχανές εκτύπωσης. Τα χρώματά τους μπερδεύονται,Μκαι μοιάζουν να ξεπηδούν σαν μέσα από ένα βιομηχανικό καλειδοσκόπιο. Και ο Joey Ramone, τραγουδά – τι πιο ταιριαστό; – το «New York City».

Κάπως έτσι ξεκινά το ντοκιμαντέρ για τα 100 χρόνια του New Yorker που έβλεπα πριν από λίγες ημέρες στο Netflix – μια κινηματογραφική δουλειά για ένα ιστορικό μέσο που γεννά δεκάδες ερωτήματα και προκαλεί αφορμές για συζήτηση (ή για σκέψεις) αναφορικά με την ίδια την δημοσιογραφία. Αναφορικά με την «αξία» της γραφής, ως διαδικασία. Σε σχέση με την καταγραφή των γεγονότων όπως αυτά συμβαίνουν και τελικά χτίζουν την «ανθρώπινη Ιστορία». Αλλά και ερωτηματικά σχετικά με την «κουλτούρα της ανάγνωσης», με την έμφυτη, σχεδόν υπαρξιακή, ανάγκη που γεννά σε όσους την αποκτούν και την καλλιεργούν, με στόχο την διαρκή προσπάθεια για εμβάθυνση στα πράγματα. Στα άδυτα των νοημάτων – των κειμένων, αλλά και των ιδεών που «ενσαρκώνονται» σε αυτά.

«Βλέπω τα τελευταία 40 χρόνια, μία ταινία τη μέρα», λέει ο Ρίτσαρντ Μπρόντι. Ασκητική μορφή κι ένας από τους σημαντικότερους κριτικούς κινηματογράφου στον κόσμο, μιλώντας για την δουλειά του στον New Yorker. «Μακάρι να μη χρειαζόταν να γράψω αρνητική κριτική. Και πάντα έχω στο νου ότι σε μια κινηματογραφική παραγωγή εμπλέκονται άνθρωποι. Πάντα λέω ότι θες δύο χρόνια για να γυρίσεις μία ταινία, δύο ώρες για να την δεις και δύο λεπτά για να την θάψεις. Στο Twitter χρειάζονται μόλις δύο δευτερόλεπτα. Και έτσι, νιώθω την ανάγκη να την σεβαστώ», σημειώνει με νόημα.

Καταλήγωντας όμως ακολούθως στο πιο σημαντικό: «Οι κριτικοί (σ.σ. κινηματογράφου) δεν πρέπει να παίρνουν τον εαυτό τους στα σοβαρά, αλλά
την ίδια την Τέχνη».

Κάτι δηλαδή που θα έπρεπε-πρέπει να κάνουμε συνολικά και οι δημοσιογράφοι.

Μέσα από το διάρκειας σχεδόν μιάμισης ώρας ντοκιμαντέρ, μπορεί εύκολα κάποιος να «διαβάσει» την πορεία ενός από τα πιο σημαντικά περιοδικά στην Ιστορία του Τύπου μέσα σε αυτά τα 100 χρόνια της ύπαρξής του. Να μπει στα γραφεία του. Να ακούσει τους ανθρώπους του να μιλάνε για την
καθημερινότητά του, αλλά και για την δική τους καθημερινότητα εκεί. Για τις παραδόσεις» του New Yorker που σε πολλούς βγάζουν έναν ανυποχώρητο ελιτισμό, ενώ σε άλλους απλώς αποτελούν «οδηγό» για να συνεχίσουν.

Ίσως τελικώς να μιλάμε για ένα ντοκιμαντέρ γεμάτο από συμβολισμούς για την ίδια την δημοσιογραφία. Συμβολισμούς όπως αυτοί περνούν,
αποτυπώνονται, μέσα από τις λέξεις των λογοτεχνικών κειμένων, των ρεπορτάζ (ή των άρθρων), μέσα από τα σκίτσα, μέσα από τα ίδια τα εξώφυλλα του New Yorker – που κι αυτά έχουν χτίσει τον δικό τους μύθο.

«Απόψε θα συζητήσουμε για τη διαφορά ανάμεσα στα διαλυτικά και την μεταφωνία», λέει με χιούμορ ο Τζον Στιούαρτ, παρουσιαστής του Daily Show, προφανώς για να τσιγκλίσει το κοινό που ετοιμαζόταν να υποδεχθεί στο τηλεοπτικό πλατό τον Ντέιβιντ Ρέμνικ – τον 5 ο εκδότη, σε όλη αυτή την εκατονταετή διαδρομή, του New Yorker. Και ναι! Στον New Yorker, (και) τα ζητήματα αυτά αποτελούν κεντρικά θέματα συζήτησης στις συσκέψεις. Άλλωστε η γλώσσα, ο λόγος, πάντα θα ‘ναι για τους ανθρώπους το κύριο μέσο επικοινωνίας τους με τους άλλους ανθρώπους.

«Όλες οι σπουδαίες ιστορίες που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό εδώ και 100 χρόνια, ξεκίνησαν από μια ιδέα. Οι άνθρωποί μας ακολουθούν αυτές τις ιδέες όπου κι αν οδηγούν. Οι επιμελητές μας μετά, ελέγχουν κάθε πρόταση, κάθε λέξη. Μετά τα κείμενα πάνε στο τμήμα ελέγχου γεγονότων (σ.σ. εκεί το αρμόδιο τμήμα με αδιανόητη επιμονή και προσοχή, διασταυρώνει κάθε ημερομηνία, όνομα ή γεγονός που αναφέρεται στα προς δημοσίευση κείμενα)», λέει ο Ρέμνικ. Υπογραμμίζοντας συγχρόνως πως «το τσεκάρισμα των ειδήσεων, μοιάζει κάπως με μια διαδικασία… κολονοσκόπησης», ενώ τονίζει πως θεωρεί τον New Yorker ως «ένα θαύμα», γιατί «την μία εβδομάδα μπορεί να δημοσιεύει ένα πορτρέτο 15.000 λέξεων για έναν μουσικό και την άλλη, ένα ρεπορτάζ 9.000 λέξεων από τον Νότιο Λίβανο».

Ο New Yorker, δεν θα ήταν υπερβολή να πει κάποιος ότι, άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο «γράφονται» στον Τύπο, όλα όσα συμβαίνουν. Το ρεπορτάζ των 30.000 λέξεων(!) του Τζον Χέρσι ήταν κυριολεκτικά ιστορικό. Ταξίδεψε στη Χιροσίμα σχεδόν αμέσως μετά τον πυρηνικό της βομβαρισμό από τους Αμερικανούς και σε μια περίοδο σκληρής απαγόρευσης για την δημοσίευση μαρτυριών και φωτογραφιών που θα αποκάλυπταν το πόσο υπέφεραν οι
άνθρωποι εκεί, δηλαδή θα έφερναν στο φως τις συνέπειες του εφιάλτη. Και ο Χέρσι συνομίλησε μαζί τους και κατέγραψε με έναν πρωτοφανή τρόπο για εκείνη την εποχή όσα είδε, όσα ένιωσε – όσα του είπαν.

Ήταν επανάσταση για την δημοσιογραφία, καθώς ο έντονα λογοτεχνικός τρόπος γραφής του δεν μετέτρεψε το ρεπορτάζ σε κείμενο μυθοπλασίας, αλλά
το κατέστησαν ως το απόλυτο «μέσο», ως τον δίαυλο εκείνον για να βάλει, να φέρει μαζί του και τον ίδιο τον αναγνώστη στον τόπο της κόλασης. Κι εκείνος, να αποκτήσει την δική του,ιδιότυπη οικειότητα με τους πρωταγωνιστές, να ταυτιστεί μαζί τους. Ο New Yorker αφιέρωσε όλο το τεύχος του σε εκείνη την «ιστορία» – κι εκείνη μετά ταξίδεψε σε ολόκληρο τον κόσμο.
Κι αυτό ήταν απλώς η αρχή.

Τα χρόνια που ακολούθησαν το πρωτίστως «νεοϋορκέζικο», δευτερευόντως «αμερικανικό περιοδικό», φιλοξένησε στις σελίδες του συγκλονιστικά
ρεπορτάζ έρευνας, αλλά και ρεπορτάζ που παρέμβαιναν ευθέως στα πολιτικά πράγματα – ενοχλώντας τους «από πάνω». Το έκανε πολλές φορές – και
συνεχίζει να το κάνει και σήμερα. Επί προεδρίας Τραμπ. Όπου τα πάντα στις ΗΠΑ αλλά και στην παγκόσμια μητρόπολη κινούνται πια διαφορετικά, κι ενώ η αλήθεια, όπως όμως και η αισθητική, τελούν υπό διωγμό, με τον κίνδυνο διολίσθησης μιας ολόκληρης κοινωνίας σε σκοτεινά μονοπάτια να είναι (ξανά) ορατός.

«Όταν τα εκατομμύρια των Αμερικανών που φοβούνται την επιστροφή Τραμπ ξεπεράσουν την θλίψη, τότε θα είναι η ώρα να σκεφτούν τι πρέπει να γίνει. Ένας από τους κινδύνους της ζωής υπό αυταρχική ηγεσία είναι η απομύζηση της δύναμης του κόσμου. Επικρατεί η ηττοπάθεια. Ανησυχώ πολύ όταν οι άνθρωποι νιώθουν ηττημένοι. Και δεν νομίζω ότι κάποιος σε αυτή τη δουλειά, όχι μόνο ως δημοσιογράφος, αλλά κυρίως ως πολίτης, πρεπει να υποκυψει σε αυτό. Η απόγνωση αποτελεί μέγιστο αμάρτημα. Και είναι ανεπίτρεπτη η διάπραξή του», υποστηρίζει ο Ρέμνικ.

Ο New Yorker και τα 100 α του γενέθλια – με αφορμή έστω και ένα καλογυρισμένο ντοκιμαντέρ – μπορεί να αποτελέσει αφορμή (ή τροφή) για
σκέψη. Αλλά και αφορμή για να δώσουμε απαντήσεις σε ορισμένα ερωτήματα. Γιατί πρέπει να μας ενδιαφέρει – και να (δι)ερευνούμε – το γιατί οι άνθρωποι πιστεύουν όσα πιστεύουν; Γιατί μιας και μιλάμε για το συγκεκριμένο περιοδικό, στην εποχή της εικόνας υπάρχουν άνθρωποι που αγαπούν τα πολύ ιδιαίτερα σκίτσα του New Yorker που «είναι κάπως αστεία»; Γιατί ενα εξώφυλλο περιοδικού πρέπει να έχει με έναν δικό του, πολύ ιδιαίτερο και μοναδικό τρόπο να μιλήσει για τα πράγματα και ταυτόχρονα να διατηρεί και την αξία ενός αλλιώτικου έργου Τέχνης; Τι σημαίνει αυτό που υποστηρίζει η Φρανσουάζ Μουλί, η ψυχή των εξωφύλλων του New Yorker: «Δεν μπορούμε να διαμορφώσουμε την πραγματικότητα (με τα εξώφυλλά μας). Μπορούμε όμως να την αντικατοπτρίσουμε»;

Τελικά (πρέπει να) έχει αισθητική η δημοσιογραφία; «Χωράει» στα ρεπορτάζ των «μαζικότερων» των σύγχρονων μέσων ενημέρωσης η καταγραφή αυτού
του περίφημου… «what it feels like?», που έτσι κι αλλιώς έχουν τα γεγονότα που τρέχουν; Πρέπει να αποτελεί στόχο του δημοσιογράφου η «πρόσκληση» προς τον αναγνώστη σε αυτά που ο ίδιος βίωσε μέσα από την έρευνα κάνοντάς τον συμμέτοχο;

Τελικά, η αισθητική με την ευρεία έννοια, αλλά και ο χρόνος με τις δικές του πολύτιμες ιδιότητες για την πνευματική ανάπτυξη της Ανθρωπότητας, έχει χώρο στον σύγχρονο «κιμαδοποιημένο» κόσμο της φαστ-φουντ ενημέρωσης;

«Ο κόσμος κατηγορεί το περιοδικό για ελιτισμό. Αλλά η συζήτηση για τα πράγματα που θεωρούνται ελιτίστικα, οδηγεί σε ένα είδος
αντιδιανοουμενισμού, ο οποίος σαρώνει την χώρα κι αυτό είναι κακό. Τι λέμε; Μήπως λέμε ότι είναι ‘τόσο ελιτίστικο’ που ίσως δεν πρέπει τελικά να γράφει για τις Τέχνες και την Λογοτεχνία και για Πολιτική, με έναν τρόπο τόσο πολύπλοκο και στοχαστικό; Αν αυτό είναι ελιτισμός, τότε πιστεύω πως χρειαζόμαστε κι άλλο», υποστηρίζει η συγγραφέας Τσιμαμάντα Αντίτσι, αποσπάσματα από το τελευταίο μυθιστόρημα της οποίας φιλοξένησε το περιοδικό. Όπως έχει κάνει άλλωστε και στο παρελθόν, δίνοντας χώρο έκφρασης σε σπουδαίους ανθρώπους των γραμμάτων: Φίλιπ Ροθ, Ντόροθι Πάρκερ, Τζ. Ντ. Σάλιντζερ, Ρόμπερτ Φροστ, Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ κλπ.

Τελικά ίσως όλα, να μην είναι τίποτε άλλο παρά το άθροισμα (ή το έλλειμμα) του στοχασμού μας επάνω στα γεγονότα – σύγχρονα και ιστορικά. Αλλά και το αποτέλεσμα της αισθητικής μας προσέγγισης σε αυτά.

Περισσότερα
Σχετικά
Προτεινόμενα

0 Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

FAQ Media

Good Life

Ενέργεια