- Τι διαφέρει ανάμεσα στον υποψήφιο βουλευτή και στον αρχηγό κόμματος και τι αποδεικνύουν τα επίσημα στοιχεία για άλλους πρώην Βουλευτές
Μπορεί ο Ηλίας Κασιδιάρης να επιστρέψει στη Βουλή μετά την καταδίκη του για τη Χρυσή Αυγή ή η τελεσίδικη (και όχι αμετάκλητη) ποινική απόφαση κλείνει οριστικά κάθε εκλογική διαδρομή του; Η απάντηση δεν προκύπτει από την αποφυλάκισή του, ούτε από την πολιτική αποδοκιμασία του. Προκύπτει από τρεις διαφορετικούς ελέγχους. Αν διαθέτει προσωπικά το δικαίωμα να εκλεγεί, αν επιτρέπεται να κατέχει κομματικό αξίωμα και αν ο συγκεκριμένος εκλογικός σχηματισμός δικαιούται να συμμετάσχει στις εκλογές.
Η διάκριση έχει πρακτική σημασία. Στις 11 Μαρτίου 2026 το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων επέβαλε στον Κασιδιάρη δεκατρία χρόνια κάθειρξης για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης. Η τελεσίδικη αυτή καταδίκη είναι διαφορετικό δικονομικό μέγεθος από την αμετάκλητη καταδίκη. Εάν μεταβληθεί αυτό το δεδομένο, μεταβάλλεται ουσιωδώς και η απάντηση για την προσωπική εκλογιμότητα.
Η τελεσιδικία σημαίνει ότι έχει εξαντληθεί η δυνατότητα προσβολής με τακτικό ένδικο μέσο. Η αμετάκλητη απόφαση δεν προσβάλλεται πλέον ούτε με αναίρεση. Το άρθρο 51 παράγραφος 3 του Συντάγματος επιτρέπει στον νομοθέτη να περιορίσει το δικαίωμα της ψήφου λόγω ποινικής καταδίκης, μόνο όταν αυτή είναι αμετάκλητη. Το άρθρο 55 συνδέει την εκλογή βουλευτή με την κατοχή αυτού του δικαιώματος, μαζί με την ελληνική ιθαγένεια και τη συμπλήρωση του εικοστού πέμπτου έτους. Η «απλή» ύπαρξη τελεσίδικης καταδίκης δεν ισοδυναμεί, συνεπώς, με αυτοδίκαιη απώλεια του δικαιώματος του εκλέγεσθαι.
Η κατάργηση της παλαιάς παρεπόμενης ποινής της αποστέρησης πολιτικών δικαιωμάτων με τον Ποινικό Κώδικα του 2019 δεν εξαφάνισε κάθε μεταγενέστερο εκλογικό περιορισμό. Το άρθρο 92 του νόμου 4804/2021 αντικατέστησε το άρθρο 5 του προεδρικού διατάγματος 26/2012.
Προβλέπει στέρηση της ψήφου για αμετάκλητη καταδίκη σε κάθειρξη για συγκεκριμένες κατηγορίες εγκλημάτων, στις οποίες περιλαμβάνεται το άρθρο 187 του Ποινικού Κώδικα. Η διάρκεια συνδέεται με την επιβληθείσα ποινή και υπολογίζεται από την επομένη του αμετακλήτου, ανεξάρτητα από την έκτιση. Υπό αυτόν τον ισχύοντα κανόνα, αμετάκλητη καταδίκη Κασιδιάρη ενεργοποιεί και προσωπικό εκλογικό αποκλεισμό.
Το ότι ένας περιορισμός προβλέπεται στην εκλογική νομοθεσία δεν τον απαλλάσσει από τον συνταγματικό έλεγχο. Η έναρξη μιας μακράς αποστέρησης μετά το αμετάκλητο, ακόμη και εάν έχει προηγηθεί πολυετής έκτιση, προσφέρεται για σοβαρή συζήτηση αναλογικότητας. Η εφαρμογή της σε παλαιότερες πράξεις θέτει επίσης ζήτημα αν πρόκειται ουσιαστικά για ποινική κύρωση και αν προσκρούει στην απαγόρευση αναδρομικής επιβάρυνσης. Πρόκειται όμως για διακριτά ερμηνευτικά ζητήματα.
Για την ηγεσία κόμματος ο νόμος είναι αυστηρότερος και δεν προϋποθέτει το αμετάκλητο. Το άρθρο 94 του νόμου 4804/2021 πρόσθεσε την παράγραφο 8 στο άρθρο 29 του νόμου 3023/2002. Απαγορεύει σε πρόσωπο με την προβλεπόμενη καταδίκη να είναι πρόεδρος, γενικός γραμματέας, μέλος διοικούσας επιτροπής ή νόμιμος εκπρόσωπος κόμματος ή συνασπισμού. Η απαγόρευση διαρκεί όσο η επιβληθείσα ποινή, με αφετηρία την επομένη της οριστικής καταδικαστικής απόφασης, δηλαδή ήδη της πρωτόδικης. Η έκτιση και η αποφυλάκιση δεν αλλάζουν αυτόν τον υπολογισμό. Επομένως, η τυπική ανάληψη αρχηγίας από τον Κασιδιάρη προσκρούει σε αυτοτελή νομοθετική απαγόρευση.
Υπάρχει επιπλέον ο έλεγχος του ίδιου του κόμματος. Το άρθρο 32 παράγραφος 1 του προεδρικού διατάγματος 26/2012, όπως διαμορφώθηκε με τους νόμους 5019/2023 και 5043/2023, θέτει σωρευτικές προϋποθέσεις για την κατάρτιση συνδυασμών. Η περίπτωση β΄ καλύπτει την τυπική και την πραγματική ηγεσία και αρκείται σε καταδίκη οποιουδήποτε βαθμού στις προβλεπόμενες ποινές και για τα συγκεκριμένα αδικήματα. Και εδώ μετρά η διάρκεια της επιβληθείσας ποινής από την επομένη της πρωτόδικης απόφασης, ανεξάρτητα από την έκτιση. Συνεπώς, ένα κόμμα δεν εξασφαλίζει τη συμμετοχή του απλώς τοποθετώντας άλλον ως πρόεδρο, εάν πραγματικός ηγέτης παραμένει ο καταδικασμένος.
Η πραγματική ηγεσία χρειάζεται απόδειξη με συγκεκριμένες πράξεις, όπως πραγματική διοίκηση ή καθοριστική ηγετική παρουσία προς το εκλογικό σώμα. Η πολιτική συγγένεια και η απλή έκφραση υποστήριξης δεν πρέπει να μετατρέπονται αυτομάτως σε απόδειξη κρυφής αρχηγίας. Αντίστοιχα, μια δήλωση αποχώρησης από τη διοίκηση δεν αρκεί όταν η πραγματικότητα την αναιρεί. Ο έλεγχος αφορά τη λειτουργία και τα πρόσωπα του συγκεκριμένου σχηματισμού, όχι μόνο το καταστατικό του.
Εδώ βρίσκεται και η πιο λεπτή διαφωνία για την απλή κομματική υποψηφιότητα. Η περίπτωση γ΄ απαιτεί η οργάνωση και η δράση του κόμματος να υπηρετούν την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Επιτρέπει αρνητική κρίση μόνο εφόσον υπάρχει καταδίκη οποιουδήποτε βαθμού υποψηφίων βουλευτών, ιδρυτικών μελών ή πρώην προέδρων για τα άρθρα 134, 187 ή 187Α του Ποινικού Κώδικα. Το ερώτημα είναι αν μια τέτοια καταδίκη αρκεί μόνη της ή αν απαιτείται επιπλέον σύνδεσή της με την αντιδημοκρατική οργάνωση και δράση του εξεταζόμενου κόμματος.
Η αυστηρή εκδοχή υποστηρίζει ότι η συμμετοχή του Κασιδιάρη σε οποιοδήποτε κομματικό ψηφοδέλτιο οδηγεί στον αποκλεισμό ολόκληρου του κόμματος, ακόμη και χωρίς ηγετικό ρόλο. Αυτή την ανάγνωση της περίπτωσης γ΄ διατυπώνει ο Χαράλαμπος Τσιλιώτης στο πρόσφατο άρθρο του «Και πάλι Κασιδιάρης…», παρότι εκφράζει σοβαρές επιφυλάξεις για τη συνταγματικότητα της ρύθμισης. Την άποψη ότι δεν μπορεί να συμμετάσχει ούτε ως απλός κομματικός υποψήφιος υποστήριξε και ο Νίκος Αλιβιζάτος σε συνέντευξή του τον Σεπτέμβριο του 2026.
Η άποψη αυτή έχει ισχυρό επιχείρημα «σκοπιμότητας». Εάν ο νόμος εμπόδιζε μόνο τον πρόεδρο, ο αποκλεισμός θα μπορούσε να παρακαμφθεί με μια αλλαγή τίτλου. Η νομοθετική αναφορά στους απλούς υποψηφίους δείχνει ακριβώς ότι ο έλεγχος δεν εξαντλείται στην ηγεσία. Ωστόσο, άλλο η δυνατότητα ελέγχου και άλλο η υποχρεωτική απαγόρευση. Η φράση «μόνο όταν» καθορίζει αναγκαία προϋπόθεση. Δεν αποδεικνύει, από μόνη της, ότι αυτή είναι και επαρκής.
Το καθοριστικό στοιχείο βρίσκεται στην ίδια την απόφαση 8/2023 του Αρείου Πάγου. Στις σελίδες 19 και 20 η πλειοψηφία εξηγεί ότι η καταδίκη αποτελεί ελάχιστη προϋπόθεση και δεν υποχρεώνει το δικαστήριο να αποκλείσει τον σχηματισμό. Απαιτεί συνεκτίμηση άλλων αποδεικτικών στοιχείων για τη δράση του απέναντι στο δημοκρατικό πολίτευμα. Επομένως, η κατηγορική θέση ότι οποιαδήποτε απλή υποψηφιότητα συνεπάγεται αναγκαστικά αποκλεισμό δεν αποδίδει αυτήν τη ρητή νομολογιακή διάκριση.
Αυτό δεν προδικάζει ευνοϊκή κρίση για έναν μελλοντικό σχηματισμό με τον Κασιδιάρη. Η διατήρηση της πραγματικής ηγεσίας του μπορεί να ενεργοποιήσει αυτοτελώς την περίπτωση β΄. Η οργανωτική συνέχεια, ο τρόπος επιλογής στελεχών και τα στοιχεία για τη δράση του νέου κόμματος μπορούν να θεμελιώσουν την περίπτωση γ΄. Η υποψηφιότητά του δεν είναι νομικά αδιάφορη. Αποτελεί αφετηρία ουσιαστικού ελέγχου, του οποίου το αποτέλεσμα δεν μπορεί να ανακοινωθεί προκαταβολικά χωρίς συγκεκριμένο συνδυασμό, αποδεικτικό υλικό και όπως γίνεται συνήθως στην Ελλάδα τις «συμπαρομαρτούσες περιστάσεις».
Η ευρύτερη συνταγματική αντιπαράθεση περιλαμβάνει περισσότερα από δύο στρατόπεδα. Η υποστηρικτική προς τον αποκλεισμό θέση βλέπει στο άρθρο 29 του Συντάγματος ουσιαστική υποχρέωση δημοκρατικής λειτουργίας των κομμάτων. Η προστασία της πολιτικής ελευθερίας δεν θεωρείται άδεια χρησιμοποίησης της κομματικής μορφής από εγκληματική οργάνωση. Ο εκλογικός αποκλεισμός αντιμετωπίζεται ως θεσμικό μέτρο προστασίας της δημοκρατίας, διαφορετικό από την προσωπική ποινή και από τη διάλυση του κόμματος. Αυτή τη βασική κατεύθυνση αποδέχθηκε η πλειοψηφία του Αρείου Πάγου.
Η αντίθετη θέση δεν ταυτίζεται, φυσικά, με αποδοχή της «Χρυσής Αυγής». Προβάλλει ότι το Σύνταγμα του 1975 δεν καθιέρωσε εξουσία απαγόρευσης κομμάτων αντίστοιχη προς το γερμανικό μοντέλο. Υποστηρίζει ότι ο κοινός νομοθέτης δεν μπορεί να παρακάμπτει την απαίτηση αμετάκλητης καταδίκης των άρθρων 51 και 55, αποκλείοντας το κομματικό ψηφοδέλτιο στο οποίο συμμετέχει ο πολίτης. Η εκλογική ελευθερία, το τεκμήριο αθωότητας και η αποφυγή αόριστων κριτηρίων πολιτικού ελέγχου συγκροτούν τον πυρήνα της ένστασης. Στην απόφαση 8/2023 μειοψήφησε ως προς τη συνταγματικότητα ο αρεοπαγίτης, Φώτιος Μουζάκης, αναπτύσσοντας συναφή επιχειρηματολογία. Υπενθυμίζεται ότι ο κ. Μουζάκης παραιτήθηκε από Αρεοπαγίτης, με διάχυτη φημολογία περί παρεμβάσεων στο έργο του, είτε αυτή είναι ακριβής είτε και όχι, αφού υπήρξαν αντίθετες τοποθετήσεις.
Υπάρχει και η ενδιάμεση προσέγγιση.
Αποδέχεται στοχευμένα εκλογικά μέτρα απέναντι σε εγκληματική δράση που έχει ήδη δικαστικά διαπιστωθεί, αλλά απορρίπτει έναν γενικό δικαστικό έλεγχο φρονημάτων. Ο Δικηγόρος, Θανάσης Καμπαγιάννης, υποστηρίζει τη συνταγματική δυνατότητα αποκλεισμού συνδυασμών καταδικασμένων διευθυντών εγκληματικής οργάνωσης, ζητώντας στενότερη νομοθετική σύνδεση με εγκλήματα μέσα στο κομματικό πλαίσιο. Ο Γιώργος Σωτηρέλης αποδέχεται την ανάγκη θεσμικών μέτρων, αλλά επικρίνει την αοριστία της πραγματικής ηγεσίας και δικαστικές υπερβάσεις στην υπόθεση των Σπαρτιατών. Πρόκειται για θέση υπέρ οριοθετημένων εγγυήσεων, χωρίς γενική εξουσιοδότηση αποκλεισμού ανεπιθύμητων πολιτικών δυνάμεων.
Στον αντίποδα της απαγόρευσης προβάλλεται και το επιχείρημα ότι, αφού δεν υπάρχει αμετάκλητη καταδίκη και ο καταδικασμένος διατηρεί την ψήφο του, δικαιούται πλήρη πολιτική επάνοδο. Το επιχείρημα εντοπίζει σωστά την προσωπική συνταγματική εγγύηση. Υπερεκτείνεται όμως όταν αγνοεί την αυτοτελή απαγόρευση ηγετικών αξιωμάτων και τις προϋποθέσεις συμμετοχής των κομμάτων. Η διατήρηση ενός δικαιώματος δεν καταργεί όλους τους διαφορετικούς κανόνες που αφορούν τον τρόπο άσκησής του.
Ούτε η ευρωπαϊκή νομολογία προσφέρει απεριόριστη εξουσία αποκλεισμού. Στις υποθέσεις Herri Batasuna και Etxeberria κατά Ισπανίας το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δέχθηκε, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, τη διάλυση κομμάτων και τον αποκλεισμό εκλογικών σχηματισμών συνδεόμενων με τρομοκρατική βία ή με τη συνέχιση απαγορευμένων οργανώσεων. Ο έλεγχος στηρίχθηκε σε πραγματικά στοιχεία και εγγυήσεις. Στην υπόθεση Paksas κατά Λιθουανίας έκρινε δυσανάλογο τον μόνιμο και μη αναστρέψιμο κοινοβουλευτικό αποκλεισμό. Οι αποφάσεις δεν εξομοιώνουν τις υποθέσεις. Δείχνουν, όμωςς, ότι η προστασία της δημοκρατίας συνυπάρχει με την αναλογικότητα και τον εξατομικευμένο έλεγχο.
Η επίκληση της ΕΣΔΑ επίσης δεν αρκεί για να παραμεριστεί μια αυστηρότερη εγγύηση του ελληνικού Συντάγματος. Το ότι το Στρασβούργο ανέχεται ένα μέτρο σε κάποια χώρα δεν σημαίνει ότι το εθνικό Σύνταγμα κάθε άλλης χώρας το επιτρέπει αυτομάτως. Γι’ αυτό η συζήτηση για την ελληνική συνταγματική βάση παραμένει αναγκαία και μετά την επίκληση της ευρωπαϊκής νομολογίας.
Διαφορετική είναι η γνήσια μεμονωμένη υποψηφιότητα. Η απόφαση 95/2023 αναγνωρίζει τη διάκριση ανάμεσα στην προσωπική εκλογιμότητα και στο δικαίωμα κατάρτισης κομματικών συνδυασμών. Εφόσον δεν υπάρχει αμετάκλητη καταδίκη που ενεργοποιεί το άρθρο 5 ή άλλο προσωπικό κώλυμα, παραμένει καταρχήν δυνατή η συμμετοχή ως μεμονωμένου υποψηφίου. Το ίδιο δικαστήριο, όμως, απέκλεισε το 2023 τον εμφανιζόμενο ως συνασπισμό ανεξάρτητων υποψηφίων «Έλληνες», κρίνοντας ότι αποτελούσε καταστρατήγηση. Άλλο ο πραγματικά μεμονωμένος υποψήφιος και άλλο η κομματική οργάνωση που αλλάζει ετικέτα.
Η ποινική και η εκλογική κατάσταση των υπόλοιπων πρώην βουλευτών της Χρυσής Αυγής δεν αντιμετωπίζεται συλλήβδην. Η ιδιότητα του πρώην βουλευτή της δεν αποτελεί αυτοτελές συνταγματικό κώλυμα. Για κάθε πρόσωπο εξετάζονται η δική του καταδίκη, το αδίκημα, το είδος της ποινής, το στάδιο της απόφασης, ο χρόνος και ο σημερινός κομματικός ρόλος. Όπου ο νόμος απαιτεί κάθειρξη, δεν αρκεί αδιακρίτως οποιαδήποτε ποινή. Αντίθετα, η περίπτωση γ΄ του άρθρου 32 αναφέρεται σε καταδίκη για τα συγκεκριμένα αδικήματα χωρίς την ίδια προϋπόθεση κάθειρξης.
Για τις εκλογές του 2015, η ποινική εκκρεμότητα από μόνη της δεν αφαιρούσε το δικαίωμα εκλογής των κατηγορουμένων. Η πρώτη καταδικαστική απόφαση εκδόθηκε το 2020 και οι ειδικές εκλογικές ρυθμίσεις ακολούθησαν το 2021 και το 2023. Η μεταγενέστερη καταδίκη δεν καθιστά αναδρομικά παράνομη κάθε προηγούμενη υποψηφιότητα. Αυτό εξηγεί γιατί η νόμιμη συμμετοχή τότε και ένας ενδεχόμενος αποκλεισμός σήμερα μπορούν να συνυπάρχουν χωρίς νομική (κατά τα φαινόμενα τουλάχιστον) αντίφαση.
Η ορθότερη νομική θέση είναι ή φαίνεται τουλάχιστον να είναι, επομένως, η διακριτή και στενή εφαρμογή των περιορισμών. Για τον Κασιδιάρη, η τελεσίδικη αλλά όχι αμετάκλητη καταδίκη δεν αφαιρεί μόνη της την προσωπική εκλογιμότητα. Η τυπική κομματική αρχηγία απαγορεύεται όσο διαρκεί ο προβλεπόμενος αποκλεισμός. Η πραγματική ηγεσία ενεργοποιεί τον έλεγχο αποκλεισμού του κόμματος. Η απλή κομματική υποψηφιότητα ελέγχεται με την περίπτωση γ΄ και δεν επιτρέπει ούτε βέβαιη αποδοχή ούτε αυτόματο αποκλεισμό χωρίς την απαιτούμενη ουσιαστική κρίση. Η γνήσια μεμονωμένη υποψηφιότητα παραμένει καταρχήν δυνατή πριν από το αμετάκλητο. Με αμετάκλητη καταδίκη εφαρμόζεται πλέον και ο προσωπικός περιορισμός του άρθρου 5, υπό τον έλεγχο της συνταγματικότητάς του.
Η θέση αυτή θεωρεί πειστική τη δυνατότητα στοχευμένης προστασίας της εκλογικής διαδικασίας από αποδεδειγμένη εγκληματική κομματική δράση. Απορρίπτει όμως τη μετατροπή της σε γενική εξουσία πολιτικού αποκλεισμού. Το κοινό περί δικαίου αίσθημα δεν μπορεί ούτε να προσθέτει κωλύματα ούτε να καταργεί εκείνα που προβλέπει ο νόμος. Η δημοκρατική νομιμότητα κρίνεται από την πιστή εφαρμογή των εγγυήσεών της και στα πρόσωπα που προκαλούν τη μεγαλύτερη αποδοκιμασία. Γιατί αλλιώς ανοίγεται μία τεράστια κερκόπορτα…









0 Σχόλια
Αφήστε ένα σχόλιο