Ο νέος νόμος αναθέτει στους δικαστικούς γραφολόγους κρίσιμο ρόλο στις ιδιόγραφες διαθήκες. Η ελληνική νομολογία και τα διεθνή δεδομένα δείχνουν, όμως, ότι μία υπογραφή μπορεί να γεννήσει αντίθετα πορίσματα. Η ελληνική πρακτική, μάλιστα, επιφυλάσσει τεράστια καχυποψία στις γραφολογικές πραγματογνωμοσύνες.
Από τις 16 Σεπτεμβρίου μια ιδιόγραφη διαθήκη θα μπορεί να αποκτά το καθεστώς της «κυρίας» με πράξη πιστοποιημένου συμβολαιογράφου και όχι με δικαστική απόφαση. Στις πιο ευαίσθητες περιπτώσεις, όταν τιμάται αποκλειστικά εξωτικός ή όταν η διαθήκη δημοσιεύεται μετά την πάροδο δύο ετών από τον θάνατο, η γραφολογική πραγματογνωμοσύνη γίνεται υποχρεωτική.
Η μεταρρύθμιση αλλάζει το κέντρο βάρους
Ο ν. 5303/2026 μεταφέρει τη δημοσίευση των διαθηκών σε ειδικό ηλεκτρονικό Μητρώο και την κήρυξη μιας ιδιόγραφης διαθήκης ως κυρίας σε πιστοποιημένο συμβολαιογράφο. Προβλέπονται δύο μάρτυρες, παράσταση του αιτούντος με δικηγόρο και συνοπτική αιτιολογία της συμβολαιογραφικής πράξης. Ο συμβολαιογράφος μπορεί να καλέσει όσους ενδέχεται να έχουν κληρονομικό δικαίωμα. Όταν ο αποκλειστικός δικαιούχος είναι εξωτικός, καλείται υποχρεωτικά και το Δημόσιο τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν.
Η αλλαγή υπόσχεται ταχύτητα και αποσυμφόρηση των δικαστηρίων. Μεταφέρει όμως ένα κομβικό στάδιο ελέγχου εκτός ακροατηρίου. Ο πραγματογνώμονας επιλέγεται από τον κατάλογο του οικείου πρωτοδικείου. Ο νόμος προβλέπει την πιστοποίηση των συμβολαιογράφων, δεν θεσπίζει όμως ενιαία εθνικά προσόντα, υποχρεωτικές δοκιμές επάρκειας ή δεύτερο ανεξάρτητο έλεγχο για τους εξεταστές γραφής. Οι γενικοί κατάλογοι των δικαστηρίων δεν ισοδυναμούν από μόνοι τους με εργαστηριακή διαπίστευση σε μια ειδικότητα υψηλού ρίσκου, η οποία στο παρελθόν έχει ενοχοποιηθεί για εσφαλμένα ή δόλια πορίσματα, με σκοπό την υφαρπαγή περιουσιών πολλών εκατομμυρίων ευρώ, ακόμη και με ζημία του ελληνικού δημοσίου.
Ο Συμβολαιογραφικός Σύλλογος Αθηνών, Πειραιώς, Αιγαίου και Δωδεκανήσου έχει παρατείνει έως τις 30 Σεπτεμβρίου την αποχή από τη δημοσίευση όλων των διαθηκών, ζητώντας σαφέστερο και λειτουργικό πλαίσιο.
Μία διαθήκη και τρία διαφορετικά πορίσματα
Η απόφαση 71/2023 του Εφετείου Πειραιώς είναι ένα κλασσικό παράδειγμα. Η πρώτη δικαστικά διορισμένη γραφολόγος κατέληξε το 2018 ότι η επίδικη διαθήκη είχε γραφεί και υπογραφεί εξ ολοκλήρου από τη διαθέτιδα. Ακολούθησαν δύο τεχνικές εκθέσεις ιδιωτών πραγματογνωμόνων, με αντίθετο συμπέρασμα. Το δικαστήριο διέταξε νέα πραγματογνωμοσύνη. Η δεύτερη δικαστικά διορισμένη ειδικός έκρινε το 2021, ότι το κείμενο πιθανότατα και η υπογραφή με βεβαιότητα δεν προέρχονταν από τη διαθέτιδα αλλά από άλλο πρόσωπο.
Τα δεδομένα της γραφολογικής «επιστήμης»
Η μεγαλύτερη μέχρι σήμερα ελεγχόμενη μελέτη δημοσιεύθηκε το 2022 στην επιθεώρηση PNAS. Ογδόντα έξι ενεργοί εξεταστές εγγράφων πραγματοποίησαν έως εκατό συγκρίσεις ο καθένας και παρήγαγαν 7.196 συμπεράσματα. Ψευδώς θετική απόδοση γραφής καταγράφηκε στο 3,1% των ζευγών που προέρχονταν από διαφορετικούς γραφείς. Ψευδώς αρνητική κρίση καταγράφηκε στο 1,1% των ζευγών που προέρχονταν από τον ίδιο γραφέα. Στα μη ταυτιζόμενα δείγματα διδύμων το ψευδώς θετικό ποσοστό ανέβηκε στο 8,7%. Τα ποσοστά προέρχονται μεν από πειραματικές συνθήκες, αλλά καταρρίπτουν τον μύθο του αλάνθαστου.
Το αμερικανικό NIST χαρακτηρίζει τις κρίσεις προέλευσης υποκειμενικές και σημειώνει ότι δεν υπάρχει τυποποιημένη λεκτική κλίμακα με αντικειμενικά βήματα και αντίστοιχα δεδομένα επικύρωσης. Το ευρωπαϊκό εγχειρίδιο καλών πρακτικών της ENFSI ζητεί πρωτότυπα όπου είναι δυνατόν, επαρκή και χρονικά συναφή δείγματα, καταγραφή των περιορισμών, τεχνικό έλεγχο από δεύτερο επαρκώς καταρτισμένο εξεταστή και τακτικές δοκιμές επάρκειας με γνωστές απαντήσεις.
Πότε το «λάθος» τυποποιεί ποινικό αδίκημα
Το άρθρο 226 ΠΚ τιμωρεί τον πραγματογνώμονα που εν γνώσει του εκθέτει ψέματα ή αποκρύπτει την αλήθεια. Προβλέπει φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή, καθώς και δυνατότητα απαγόρευσης άσκησης του επαγγέλματος για ένα έως δύο έτη μετά την αμετάκλητη καταδίκη. Το κρίσιμο στοιχείο είναι η γνώση του ψεύδους.
Το σκάνδαλο των πλαστών ημερολογίων του Χίτλερ
Το διεθνές παράδειγμα που πρέπει να θυμάται η Ελλάδα είναι τα υποτιθέμενα ημερολόγια του Χίτλερ. Το 1983 το γερμανικό Stern ανακοίνωσε μια παγκόσμια αποκάλυψη, έχοντας λάβει θετικές γνώμες ειδικών. Η απάτη κατέρρευσε όταν εργαστηριακοί έλεγχοι εντόπισαν μεταπολεμικά υλικά. Το πιο οδυνηρό εύρημα ήταν ότι μέρος του συγκριτικού υλικού που θεωρούνταν γνήσιο είχε επίσης κατασκευαστεί από τον ίδιο πλαστογράφο. Ένα μολυσμένο σύνολο προτύπων έκανε τα πλαστά να μοιάζουν αυθεντικά.
Καταδικάστηκαν ο πλαστογράφος Konrad Kujau και ο δημοσιογράφος Gerd Heidemann, όχι οι πραγματογνώμονες που φερόταν να είχαν παραπλανηθεί. Η σωστή ερώτηση δεν είναι μόνο αν δύο γραφές μοιάζουν, αλλά ποιος βεβαιώνει ότι τα δείγματα σύγκρισης είναι γνήσια, επαρκή και ανεξάρτητα από την πλευρά που ωφελείται.
Οι συνέπειες του νέου νόμου
Η συμβολαιογραφική πράξη δεν καθιστά τη διαθήκη απρόσβλητη. Το νέο άρθρο 1759 ΑΚ διατηρεί ρητά τον έλεγχο του κύρους στο δικαστήριο. Στην πράξη, όμως, η κήρυξη ως κυρίας μπορεί να επιτρέψει στον εμφανιζόμενο κληρονόμο να προχωρήσει σε αποδοχή, φορολογικές δηλώσεις, τραπεζικές ενέργειες και εγγραφές επί ακινήτων, ενώ ο αντίδικος θα χρειαστεί χρόνο και χρήμα για να ανατρέψει την κατάσταση. Η ταχύτητα του πρώτου σταδίου ενδέχεται έτσι να μεταφέρει το κόστος και τη σύγκρουση σε μια μεταγενέστερη δίκη.
Τι πρέπει να γίνει άμεσα
Απαιτείται συνολική αναμόρφωση του καθεστώτος των δικαστικών πραγματογνωμόνων, και ιδίως των γραφολόγων. Η εγγραφή στους καταλόγους των δικαστηρίων δεν μπορεί να στηρίζεται σε αόριστη επίκληση εμπειρίας ή σε τίτλους αμφίβολης επιστημονικής αξίας. Πρέπει να θεσπιστούν ενιαίες ελάχιστες προϋποθέσεις σε εθνικό επίπεδο, όπως συναφές πανεπιστημιακό ή άλλο πτυχίο, πιστοποιημένη εξειδίκευση, εποπτευόμενη πρακτική άσκηση, περιοδικές δοκιμές επάρκειας, τήρηση διεθνών προτύπων, υποχρεωτική επιμόρφωση και ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης. Παράλληλα, χρειάζεται διαφανής διαδικασία αξιολόγησης, προσωρινής αναστολής και διαγραφής από τους καταλόγους σε περιπτώσεις σοβαρής επιστημονικής ανεπάρκειας, επανειλημμένων πλημμελών εκθέσεων, σύγκρουσης συμφερόντων ή πειθαρχικής και ποινικής καταδίκης.
Αντίστοιχη μεταρρύθμιση χρειάζεται για τις αστικές και διοικητικές πραγματογνωμοσύνες, ώστε ο διορισμένος πραγματογνώμονας να μην αμείβεται απευθείας από τον διάδικο που έχει συμφέρον από το πόρισμά του. Η προκαθορισμένη αμοιβή θα μπορούσε να καταβάλλεται σε ειδικό λογαριασμό του Δημοσίου ή του αρμόδιου δικαστηρίου και από εκεί να αποδίδεται στον πραγματογνώμονα, με παραστατικά, έλεγχο και ανώτατα όρια ανά κατηγορία υπόθεσης. Κάθε πρόσθετη, κρυφή ή μη δηλωμένη παροχή από διάδικο ή πληρεξούσιό του πρέπει να απαγορεύεται ρητά και, όταν αποβλέπει στον επηρεασμό του πορίσματος, να υπάγεται σε ειδικά τυποποιημένη μορφή δωροδοκίας, με παράλληλη ακυρότητα της πραγματογνωμοσύνης και διαγραφή του ειδικού. Το πλαφόν είναι επίσης αναγκαίο, επειδή η ανεξέλεγκτη απαίτηση υπέρογκων ποσών μπορεί να στερήσει από τον οικονομικά ασθενέστερο διάδικο την πρόσβαση σε κρίσιμο αποδεικτικό μέσο και να μετατρέψει την πραγματογνωμοσύνη σε μηχανισμό εκβιασμού.









0 Σχόλια
Αφήστε ένα σχόλιο