Zorro Justice

Η «θεσμική ασυλία» του Κράτους – αποστολέα και ο ευτελισμός του GDPR

Η «θεσμική ασυλία» του Κράτους – αποστολέα  και ο ευτελισμός του GDPR
  • Η απόφαση-παρωδία 17/2026 της Αρχής Προστασίας Δεδομένων για τα μαζικά SMS του Υπουργείου Μεταφορών, οι νομικές αντιφάσεις μιας «ακέφαλης» Αρχής και οι οδοί του ευρωπαϊκού ελέγχου

 

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΕΝΟΣ ΠΡΟΑΝΑΓΓΕΛΘΕΝΤΟΣ ΨΗΦΙΑΚΟΥ ΑΥΤΑΡΧΙΣΜΟΥ
Στις παραμονές του εορταστικού τριημέρου της 28ης Οκτωβρίου 2025, εκατομμύρια πολίτες σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια έγιναν αποδέκτες ενός αιφνιδιαστικού, ανεπιθύμητου και μαζικού γραπτού μηνύματος (SMS) στα κινητά τους τηλέφωνα:
«ΤΟ ΠΕΡΣΙΝΟ ΤΡΙΗΜΕΡΟ ΤΗΣ 28ΗΣ 14 ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΕΧΑΣΑΝ ΤΗ ΖΩΗ ΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ. ΑΝ ΑΓΑΠΑΣ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΣΟΥ, ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ».

Χωρίς προηγούμενη ενημέρωση, χωρίς δυνατότητα άσκησης δικαιώματος εναντίωσης (opt-out), χωρίς καμία συγκατάθεση και ανεξαρτήτως του εάν οι παραλήπτες ήταν καν οδηγοί ή κάτοχοι άδειας οδήγησης, ένας κρατικός φορέας εισέβαλε αυθαίρετα στον ιδιωτικό ψηφιακό χώρο του συνόλου των συνδρομητών κινητής τηλεφωνίας.

Η αντίδραση των πολιτών υπήρξε άμεση: ογδόντα τρεις (83) επώνυμες καταγγελίες κατατέθηκαν στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ), ενώ δεκάδες πολίτες προσέφυγαν στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια αξιώνοντας χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατ’ άρθρο 82 του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων (ΓΚΠΔ / GDPR). Τα δικαστήρια μάλιστα, χωρίς καμία εύλογη αιτία και ουσιαστικά αρνησιδικώντας τα ίδια, ανέστειλαν την έκδοση οριστικών αποφάσεων, αναμένοντας την κρίση της κατεξοχήν αρμόδιας συνταγματικά κατοχυρωμένης Ανεξάρτητης Αρχής.

Η ετυμηγορία της Αρχής, η οποία αποτυπώθηκε στην υπ’ αριθμ. 17/2026 Απόφαση της Ολομέλειας (συνεδρίαση 28.07.2026, έκδοση 15.09.2026), δεν αποτέλεσε απλώς μια βαθιά απογοήτευση. Συνιστά ένα μνημείο νομικού στρουθοκαμηλισμού, θεσμικής υποχώρησης και ανεπίτρεπτης νομικής σοφιστείας. Υπό την προεδρία του εκτελούντος χρέη Προέδρου, Αναπληρωτή Προέδρου Γεώργιου Μπατζαλέξη, και με εισηγητές τους καθηγητές Χαράλαμπο Ανθόπουλο και Σπυρίδωνα Βλαχόπουλο, η Αρχή έκρινε την επίμαχη επεξεργασία απολύτως νόμιμη. Ταυτόχρονα, όμως, στις τελευταίες παραγράφους του σκεπτικού της, απηύθυνε «συστάσεις» προς το Υπουργείο για συμμόρφωση με βασικές διατάξεις του ΓΚΠΔ τις οποίες το ίδιο είχε προδήλως παραβιάσει, χωρίς να επιβάλει ούτε μία διοικητική κύρωση ή έστω μία τυπική επίπληξη!

Η υπόθεση πλέον οδηγείται στο Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) με αίτηση ακύρωσης, ενώ παράλληλα φαίνεται ίσως να εκκινείται η διαδικασία καταγγελίας στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και στα αρμόδια ευρωπαϊκά όργανα, φέρνοντας στο φως τη βαθιά κρίση νομιμότητας και ανεξαρτησίας στην οποία έχει βυθιστεί η ελληνική εποπτική αρχή.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ 17/2026: ΜΙΑ ΚΡΑΥΓΑΛΕΑ ΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΤΙΦΑΣΗ
Η ανάγνωση της Απόφασης 17/2026 προκαλεί νομικό ίλιγγο σε κάθε μελετητή του ενωσιακού δικαίου. Η Ολομέλεια της Αρχής επιχειρεί έναν πρωτοφανή ακροβατισμό: να «νομιμοποιήσει» εκ των υστέρων μια μαζική και ανεξέλεγκτη κρατική παρέμβαση, επιστρατεύοντας διασταλτικές ερμηνείες και εισάγοντας επικίνδυνες θεωρίες περί «κοινωνικής λειτουργίας των δεδομένων» και «συνταγματικής υποχρέωσης ανοχής της όχλησης».

Το ιδεολόγημα της «κοινωνικής αλληλεγγύης» εις βάρος των θεμελιωδών δικαιωμάτων
Για να θεμελιώσει τη νομιμότητα της επεξεργασίας, η Αρχή επικαλείται το άρθρο 6 παρ. 1 στοιχ. ε΄ του ΓΚΠΔ (εκπλήρωση καθήκοντος προς το δημόσιο συμφέρον) σε συνδυασμό με το άρθρο 25 παρ. 1 στοιχ. α΄ του αμφιλεγόμενου ν. 4624/2019, το οποίο επιτρέπει την επεξεργασία δεδομένων από ιδιωτικούς φορείς για διαφορετικό σκοπό εφόσον αυτό είναι απαραίτητο για την «αποτροπή απειλών κατά της δημόσιας ασφάλειας κατόπιν αιτήματος δημόσιου φορέα».

Όμως, το αποκορύφωμα της δογματικής οπισθοδρόμησης εντοπίζεται στη σκέψη 14 της απόφασης. Η Αρχή, επικαλούμενη το Προοίμιο του ΓΚΠΔ (αιτιολογική σκέψη 4) και το άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος περί κοινωνικής αλληλεγγύης, αποφαίνεται ότι:
«…ανακύπτει από το άρθρο 25§4 Συντ. υποχρέωση του υποκειμένου του δικαιώματος του άρθρου 9Α Συντ., να ανέχεται τη στιγμιαία όχλησή του από ένα SMS ευαισθητοποίησης και κοινωνικής συνειδητοποίησης για το πρόβλημα των τροχαίων ατυχημάτων και δυστυχημάτων στην Ελλάδα, έστω και χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση και συγκατάθεσή του»!

Πρόκειται για μια νομική κατασκευή εξαιρετικά ολισθηρή. Η επίκληση της συνταγματικής αρχής της αλληλεγγύης μετατρέπεται σε «λευκή επιταγή» για την κρατική εξουσία, καταλύοντας την ουσία του σκληρού πυρήνα της προστασίας δεδομένων (άρθρο 8 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και άρθρο 9Α του Συντάγματος). Εάν κάθε γενικός κυβερνητικός στόχος (π.χ. οδική ασφάλεια, υγεία, οικονομία) μπορεί να βαφτίζεται «δημόσια ασφάλεια» και να επιβάλλει στους πολίτες «υποχρέωση ανοχής» ανεπιθύμητων κρατικών παρεμβάσεων χωρίς ενημέρωση, τότε η έννοια της προστασίας δεδομένων καθίσταται κενό γράμμα.

Η κραυγαλέα αντίφαση: Οι «συστάσεις» που αποδεικνύουν την παρανομία
Ενώ η Αρχή καταλήγει στο διατακτικό ότι η ενέργεια του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών ήταν «νόμιμη και σύμφωνη με τις διατάξεις του ΓΚΠΔ», λίγες γραμμές παραπάνω αυτοαναιρείται πλήρως. Στη σελίδα 20 της απόφασης, διατυπώνει τις εξής «συστάσεις» προς το Υπουργείο για παρόμοιες μελλοντικές δράσεις:

1. Παράβαση Άρθρου 14 ΓΚΠΔ: Το Υπουργείο να ενημερώνει εκ των προτέρων τα υποκείμενα των δεδομένων. (Παραδοχή: Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρξε καμία ενημέρωση).

2. Παράβαση Δικαιώματος Εναντίωσης (Άρθρο 21 ΓΚΠΔ): Να παρέχεται ήδη από το πρώτο μήνυμα η δυνατότητα εναντίωσης (opt-out). (Παραδοχή: Στο επίμαχο SMS δεν δόθηκε καμία τέτοια δυνατότητα στους πολίτες).

3. Παράβαση Άρθρου 28 παρ. 3 ΓΚΠΔ: Σε περίπτωση ανάθεσης της αποστολής στους παρόχους (εκτελούντες την επεξεργασία), να υπάρχει προηγούμενη έγγραφη νομική σύμβαση που να δεσμεύει τα μέρη και να ορίζει το πλαίσιο. (Παραδοχή: Το Υπουργείο ουδέποτε υπέγραψε τέτοια σύμβαση, αλλά λειτούργησε με μία απλή άτυπη επιστολή του Αναπληρωτή Υπουργού προς την Ένωση Εταιρειών Κινητής Τηλεφωνίας).

Το αμείλικτο ερώτημα που προκύπτει είναι:
Πώς είναι δυνατόν μια επεξεργασία να κρίνεται «απολύτως νόμιμη», όταν η ίδια η εποπτική αρχή ομολογεί στο κείμενό της ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας:

  • Παραβίασε τη θεμελιώδη αρχή της διαφάνειας και της εκ των προτέρων πληροφόρησης (άρθρα 5 παρ. 1 στοιχ. α΄ και 14 ΓΚΠΔ);
  • Στέρησε από τα υποκείμενα το αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα αντίταξης (άρθρο 21 ΓΚΠΔ);
  • Παρέκαμψε πλήρως τη νομική υποχρέωση σύναψης σύμβασης επεξεργασίας με τους παρόχους τηλεφωνίας (άρθρο 28 παρ. 3 ΓΚΠΔ);

Αντί η Αρχή να ασκήσει τις διορθωτικές εξουσίες του άρθρου 58 παρ. 2 ΓΚΠΔ και να επιβάλει κυρώσεις κατ’ άρθρο 83 για τις εξόφθαλμες αυτές παραλείψεις, υποβίβασε τον εαυτό της σε ρόλο «συμβουλάτορα δημοσίων σχέσεων», ξεπλένοντας την κυβερνητική αυθαιρεσία υπό τον μανδύα των «ανώδυνων υποδείξεων».

ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΟΠΛΟΣΤΑΣΙΟ ΤΩΝ ΚΑΤΑΓΓΕΛΛΟΝΤΩΝ ΚΑΙ Η ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ
Στη διαδικασία ενώπιον της Αρχής, σαράντα τέσσερις (44) εκ των καταγγελλόντων εκπροσωπήθηκαν από τον εξειδικευμένο στα προσωπικά δεδομένα δικηγόρο παρ’ Αρείω Πάγω Βασίλη Σωτηρόπουλο, ο οποίος ανέπτυξε ένα αδιάσειστο νομικό οπλοστάσιο, αποδομώντας σημείο προς σημείο τα κυβερνητικά προσχήματα:

Α. Η κατάχρηση της έννοιας της «δημόσιας ασφάλειας»
Το Υπουργείο επικαλέστηκε το άρθρο 25 του ν. 4624/2019, ισχυριζόμενο ότι η πρόληψη τροχαίων εντάσσεται στην «αποτροπή απειλών κατά της δημόσιας ασφάλειας». Όπως όμως ορθά επισημάνθηκε, η «δημόσια ασφάλεια» στο ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 15 της Οδηγίας 2002/58/ΕΚ – e-Privacy) αποτελεί έννοια στενά ερμηνευτέα, συνδεόμενη με άμεσους, σοβαρούς και επικείμενους κινδύνους (π.χ. τρομοκρατία, φυσικές καταστροφές, καταστάσεις έκτακτης ανάγκης). Η πάγια, διαρκής κρατική μέριμνα για την οδική παιδεία δεν μπορεί να ανάγεται σε κατάσταση έκτακτης απειλής που δικαιολογεί την περιστολή των θεμελιωδών εγγυήσεων της ιδιωτικότητας.

Β. Η παράκαμψη των νόμιμων θεσμοθετημένων διαύλων (ΕΜΕπ)
Το ελληνικό κράτος διαθέτει ήδη από ετών ειδική, νόμιμη και θεσμοθετημένη ψηφιακή υποδομή για την επικοινωνία των δημοσίων υπηρεσιών με τους πολίτες: το Εθνικό Μητρώο Επικοινωνίας (ΕΜΕπ) του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης. Εκεί, οι πολίτες καταχωρίζουν οικειοθελώς τα στοιχεία τους και παρέχουν ρητή συγκατάθεση για την αποστολή ενημερώσεων. Αντί το Υπουργείο Μεταφορών να χρησιμοποιήσει το ΕΜΕπ –όπου θα λάμβαναν το μήνυμα αποκλειστικά όσοι το είχαν επιλέξει– επέλεξε την παρακάμψη της νόμιμης οδού. Απευθύνθηκε «εξωθεσμικά» και άτυπα στους παρόχους τηλεφωνίας, ζητώντας μαζικό «βομβαρδισμό» όλων των συνδρομητών!, με ό,τι αυτό περαιτέρω συνεπάγεται για τις τυχόν σχέσεις διαπλοκής των εταιρειών αυτών με την Κυβέρνηση.

Γ. Η παραβίαση της αρχής ελαχιστοποίησης των δεδομένων (Άρθρο 5 παρ. 1 στοιχ. γ΄)
Το μήνυμα εστάλη αδιακρίτως σε εκατομμύρια αριθμούς, σε ανηλίκους, σε ηλικιωμένους που δεν έχουν οδηγήσει ποτέ, σε πολίτες που δεν κατέχουν άδεια οδήγησης και σε αλλοδαπούς επισκέπτες. Η επεξεργασία δεδομένων προσώπων που δεν έχουν καμία σχέση με την οδήγηση καθιστά την επεξεργασία πρόδηλα μη αναγκαία, ακατάλληλη και δυσανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.

Δ. Η παραβίαση της Οδηγίας 2002/58/ΕΚ (e-Privacy) και του ν. 3471/2006
Η αποστολή σύντομων μηνυμάτων σε συνδρομητές ηλεκτρονικών επικοινωνιών διέπεται από την ειδική νομοθεσία (lex specialis) για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες. Κατά τα άρθρα 5 και 11 του ν. 3471/2006, η χρήση δεδομένων κίνησης και η απευθείας επικοινωνία απαιτεί τη ρητή συγκατάθεση του χρήστη, εκτός αν ρητώς και περιοριστικά προβλέπεται διαφορετικά από τυπικό νόμο κατά τα πρότυπα του άρθρου 15 της Οδηγίας 2002/58. Τέτοια ειδική νομοθετική εξουσιοδότηση για μαζικά SMS του Υπουργείου Μεταφορών απλώς δεν υπήρχε.

Ε. Η ανακοίνωση προσφυγής στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στην Κομισιόν
Όπως ανακοίνωσε δημόσια ο πληρεξούσιος δικηγόρος Βασίλης Σωτηρόπουλος, η Απόφαση 17/2026 προσβάλλεται άμεσα με αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), ενώ παράλληλα υποβάλλεται καταγγελία στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για συστηματική παραβίαση της Οδηγίας e-Privacy και του ΓΚΠΔ. Ταυτόχρονα, στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια οι αγωγές αποζημίωσης θα συνεχιστούν, με τους ενάγοντες να αξιοποιούν –παραδόξως– τις ίδιες τις ομολογημένες παραλείψεις που κατέγραψε η Αρχή στις «συστάσεις» της ως απόδειξη της κρατικής αδικοπραξίας!

3. ΜΙΑ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΑΡΧΗ ΣΕ ΘΕΣΜΙΚΗ ΠΕΡΙΔΙΝΗΣΗ: ΤΟ ΚΕΝΟ ΗΓΕΣΙΑΣ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΜΕΝΟΥΔΑΚΟ
Η έκδοση μιας τόσο ασθενικής και αντιφατικής απόφασης δεν αποτελεί κεραυνό εν αιθρία. Συνιστά το σύμπτωμα μιας βαθύτερης, παρατεταμένης θεσμικής παρακμής στους κόλπους της ΑΠΔΠΧ.

Η αποχώρηση Μενουδάκου και το παρασκήνιο
Τον Μάιο του 2025, ο Πρόεδρος της Αρχής και Επίτιμος Πρόεδρος του ΣτΕ, Κωνσταντίνος Μενουδάκος, υπέβαλε αιφνιδίως την παραίτησή του. Επισήμως, επικαλέστηκε «αμιγώς προσωπικούς λόγους». Ωστόσο, η πραγματικότητα ήταν γνωστή στους νομικούς και πολιτικούς κύκλους:

1. Λήξη θητείας και παράταση: Ο κ. Μενουδάκος υπηρετούσε στην κεφαλή της Αρχής επί εννέα (9) συναπτά έτη (από το 2016), με τη θητεία του να έχει λήξει προ πολλού και να παρατείνεται τεχνητά μέσω νομοθετικών ρυθμίσεων, εξαιτίας της αδυναμίας της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής να συγκεντρώσει την απαιτούμενη συνταγματική πλειοψηφία των 3/5 για την εκλογή νέου Προέδρου.

2. Σφοδρή σύγκρουση για το σκάνδαλο των Υποκλοπών (Predator-gate): Ο Κωνσταντίνος Μενουδάκος είχε δεχθεί αφόρητες πολιτικές πιέσεις και επιθέσεις κατά τη διερεύνηση του σκανδάλου των παρακολουθήσεων. Υπό την ηγεσία του, η Αρχή επέβαλε βαριά πρόστιμα στην Intellexa, εντόπισε εκατοντάδες μολυσμένα SMS και συγκρούστηκε ευθέως με τη γραμμή συγκάλυψης, με τον ίδιο να ασκεί δημόσια δριμεία κριτική στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου για τη στάση της που ενίσχυε τη δυσπιστία των πολιτών στη Δικαιοσύνη.

3. Θεσμική κόπωση και απαξίωση: Η παραίτησή του υπήρξε μια πράξη διαμαρτυρίας απέναντι στη μεθοδευμένη υπονόμευση των Ανεξάρτητων Αρχών από την κυβερνητική πλειοψηφία (όπως είχε συμβεί νωρίτερα και με το πραξικόπημα αντικατάστασης μελών στην ΑΔΑΕ).

Μια Αρχή «ακέφαλη» και ευάλωτη σε κυβερνητικές πιέσεις
Έκτοτε, η Αρχή παραμένει ουσιαστικά ακέφαλη, λειτουργώντας υπό τον Αναπληρωτή Πρόεδρο Γεώργιο Μπατζαλέξη. Ένα μεταβατικό όργανο, στερούμενο της αυξημένης νομιμοποίησης που προσδίδει η εκλογή από τη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής, βρίσκεται σε καθεστώς διαρκούς ομηρίας και θεσμικής ανασφάλειας.

Η Απόφαση 17/2026 αντανακλά ακριβώς αυτό το φοβικό σύνδρομο. Μια Αρχή που διστάζει να υψώσει το ανάστημά της απέναντι στο κράτος, που αναζητά σοφιστείες για να αποφύγει την επιβολή προστίμου σε ένα πανίσχυρο υπουργείο και που προτιμά να εφεύρει «συνταγματικές υποχρεώσεις ανοχής των πολιτών» παρά να εφαρμόσει το ευρωπαϊκό δίκαιο.

Η ΧΡΟΝΙΑ ΠΑΘΟΓΕΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΔΠΧ: ΑΔΙΑΦΑΝΕΙΑ, ΜΟΝΟΜΕΛΕΙΣ ΑΡΧΕΙΟΘΕΤΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΥΟ ΜΕΤΡΑ ΚΑΙ ΔΥΟ ΣΤΑΘΜΑ
Η περίπτωση του SMS του Υπουργείου Μεταφορών αποτελεί μόνο την κορυφή του παγόβουνου. Στην καθημερινή της λειτουργία, η Αρχή Προστασίας Δεδομένων χαρακτηρίζεται από χρόνιες, δομικές παθογένειες που υπονομεύουν τον ρόλο της ως θεματοφύλακα των ατομικών ελευθεριών.

Α. Η «μαύρη τρύπα» των αναιτιολόγητων μονομελών αρχειοθετήσεων
Εκατοντάδες καταγγελίες πολιτών κατά ισχυρών παραβατών δεν φτάνουν ποτέ στην Ολομέλεια ή στο Τμήμα της Αρχής. Αντιθέτως, αρχειοθετούνται με συνοπτικές, μονομελείς πράξεις (από τον εκάστοτε Πρόεδρο ή εξουσιοδοτημένο μέλος), συχνά με τυποποιημένες απαντήσεις λίγων γραμμών και χωρίς ουσιαστική νομική και ουσιαστική αιτιολογία. Ο πολίτης που καταγγέλλει παράνομη παρακολούθηση, παράνομη επεξεργασία δεδομένων ή διαρροή στοιχείων του, βρίσκεται αντιμέτωπος με έναν γραφειοκρατικό τοίχο σιωπής, χωρίς δυνατότητα αποτελεσματικής διοικητικής προσφυγής.

Β. Παρανομία χωρίς κύρωση: Το παράδοξο των μονομελών κρίσεων
Ακόμη πιο σκανδαλώδης είναι η πρακτική όπου, σε αρκετές περιπτώσεις, η μονομελής σύνθεση εντοπίζει σαφή παραβίαση της νομοθεσίας από δημόσιο φορέα ή ισχυρό επιχειρηματικό όμιλο, όπως π.χ. έχει συμβεί στην περίπτωση της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας (Ε.Α.Τ), αλλά αρνείται να επιβάλει κύρωση! Αντί προστίμου, εξαντλείται σε μια απλή «επισήμανση» ή «σύσταση», κλείνοντας τη δικογραφία εν κρυπτώ. Με τον τρόπο αυτό, η διοικητική παράβαση μένει ατιμώρητη και ο υπεύθυνος επεξεργασίας απαλλάσσεται από κάθε πραγματική συνέπεια.

Γ. Επιλεκτική διαφάνεια και μη δημοσιοποίηση αποφάσεων
Σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές (όπως της Γαλλίας, της Ιρλανδίας ή της Ισπανίας), οι οποίες δημοσιοποιούν σχεδόν το σύνολο των αποφάσεων και των κυρώσεών τους σε διαφανείς βάσεις δεδομένων, η ελληνική ΑΠΔΠΧ δημοσιεύει στον ιστότοπό της μόνο ένα ελάχιστο κλάσμα των υποθέσεων που χειρίζεται. Πλήθος απορριπτικών αποφάσεων, πράξεων αρχειοθέτησης ή συμβιβαστικών ρυθμίσεων παραμένουν θαμμένες στα αρχεία της οδού Κηφισίας, μακριά από τον δημόσιο και επιστημονικό έλεγχο.

Δ. Η πολιτική των «δύο μέτρων και δύο σταθμών»
Η Αρχή εξαντλεί συχνά την αυστηρότητά της σε μικρές επιχειρήσεις, επαγγελματίες ή μεμονωμένους ιδιώτες για ήσσονος σημασίας παραβάσεις (π.χ. τοποθέτηση μιας κάμερας ασφαλείας χωρίς την κατάλληλη πινακίδα). Όταν όμως στο εδώλιο κάθεται η κεντρική κρατική μηχανή, υπουργεία ή κυβερνητικοί φορείς, η Αρχή ανακαλύπτει ξαφνικά «κοινωνικές λειτουργίες των δεδομένων», «αλληλεγγύη» και «στιγμιαίες οχλήσεις», μετατρέποντας τον ΓΚΠΔ σε εργαλείο δικαιολόγησης της κρατικής αυθαιρεσίας.

ΠΩΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΛΕΓΧΘΕΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΡΧΗ ΑΠΟ ΤΑ ΕΥΡΩΠΑΪΚΑ ΟΡΓΑΝΑ
Η Ελλάδα δεν είναι θεσμική νησίδα. Η εφαρμογή του ΓΚΠΔ αποτελεί ενωσιακό δίκαιο άμεσης εφαρμογής, και οι εθνικές αρχές προστασίας δεδομένων υπόκεινται σε αυστηρούς μηχανισμούς ευρωπαϊκού ελέγχου. Η Απόφαση 17/2026 και η γενικότερη πρακτική της ΑΠΔΠΧ μπορούν –και πρέπει– να αχθούν ενώπιον των αρμόδιων ευρωπαϊκών θεσμών.

┌────────────────────────────────────────────────────────┐
│ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ │
│ (Θεματοφύλακας των Συνθηκών) │
│ Προσφυγή επί παραβάσει (Άρθρο 258 ΣΛΕΕ) │
└───────────────────────────┬────────────────────────────┘
│
▼
┌────────────────────────────────────────┐ ┌────────────────────────────────────────┐
│ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ│ │ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ (ΔΕΕ) │
│ (EDPB) │ │ Προδικαστική Παραπομπή (Άρθρο 267 ΣΛΕΕ)│
│ Μηχανισμός Συνεκτικότητας │ │ μέσω ΣτΕ & Τακτικών Δικαστηρίων │
│ (Άρθρα 63-65 ΓΚΠΔ) │ │ │
└────────────────────────────────────────┘ └────────────────────────────────────────┘
▲
│
┌───────────────────────────┴────────────────────────────┐
│ ΕΥΡΩΠΑΙΟΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗΣ │
│ (European Ombudsman) │
│ Έλεγχος κακοδιοίκησης ενωσιακών οργάνων │
└────────────────────────────────────────────────────────┘

1. Ευρωπαϊκή Επιτροπή: Διαδικασία επί Παραβάσει (Άρθρο 258 ΣΛΕΕ)
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ως θεματοφύλακας των Συνθηκών, έχει την εξουσία να εκκινήσει διαδικασία επί παραβάσει κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας.
● Νομική βάση: Παραβίαση των άρθρων 5, 6, 14, 21, 28 και 58 του ΓΚΠΔ, καθώς και των διατάξεων της Οδηγίας 2002/58/ΕΚ.
● Προηγούμενη νομολογία: Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) έχει κρίνει επανειλημμένα (υποθέσεις Επιτροπή κατά Γερμανίας, Επιτροπή κατά Αυστρίας, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας) ότι η πλήρης και ουσιαστική ανεξαρτησία των εποπτικών αρχών προστασίας δεδομένων προϋποθέτει την απαλλαγή τους από κάθε άμεση ή έμμεση κρατική επιρροή. Μια εποπτική αρχή που συστηματικά αρνείται να επιβάλει κυρώσεις σε κρατικούς φορείς και εφευρίσκει εθνικές εξαιρέσεις παραβιάζει την ενωσιακή νομιμότητα.

2. Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων (EDPB / ΕΣΠΔ)
Το EDPB, στο οποίο συμμετέχουν όλοι οι επικεφαλής των ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών, έχει ως αποστολή τη διασφάλιση της συνεπούς και ομοιόμορφης εφαρμογής του ΓΚΠΔ σε ολόκληρη την ΕΕ:
● Μηχανισμός Συνεκτικότητας (Consistency Mechanism – Άρθρα 63-65 ΓΚΠΔ): Μπορεί να κινηθεί διαδικασία για την έκδοση δεσμευτικής γνώμης ή κατευθυντήριων γραμμών όταν μια εθνική αρχή υιοθετεί ερμηνείες που έρχονται σε ευθεία αντίθεση με το ευρωπαϊκό κεκτημένο (όπως η στρεβλή χρήση του άρθρου 25 του ν. 4624/2019 και η απαλλαγή του κράτους από την υποχρέωση σύναψης σύμβασης επεξεργασίας).
● Αξιολόγηση από Ομοτίμους (Peer Review): Το EDPB δύναται να εξετάσει τις πρακτικές αρχειοθέτησης και επιβολής κυρώσεων της ελληνικής αρχής, εκδίδοντας συστάσεις συμμόρφωσης.

3. Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ): Προδικαστική Παραπομπή (Άρθρο 267 ΣΛΕΕ)
Η προσφυγή των πολιτών στο Συμβούλιο της Επικρατείας και η συνέχιση των αγωγών αποζημίωσης στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια προσφέρουν το ιδανικό δικονομικό όχημα. Τα ελληνικά δικαστήρια υποχρεούνται (ιδίως το ΣτΕ ως ακυρωτικό δικαστήριο τελευταίου βαθμού) να απευθύνουν προδικαστικά ερωτήματα στο ΔΕΕ:
● Επιτρέπει ο ΓΚΠΔ σε ένα κράτος μέλος να απαλλάσσει δημόσιο φορέα από την υποχρέωση εκ των προτέρων ενημέρωσης και σύναψης σύμβασης εκτέλεσης επεξεργασίας με επίκληση της αρχής της «κοινωνικής αλληλεγγύης»;
● Συνιστά η γενική ευαισθητοποίηση για τροχαία ατυχήματα ζήτημα «δημόσιας ασφάλειας» κατά την έννοια του άρθρου 15 της Οδηγίας 2002/58/ΕΚ;

Η απάντηση του ΔΕΕ είναι βέβαιο ότι θα κατακρημνίσει το σαθρό σκεπτικό της Απόφασης 17/2026.

4. Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής (European Ombudsman)
Σε περίπτωση που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδείξει αδράνεια ή απροθυμία να ελέγξει τις καταγγελίες των πολιτών κατά της ελληνικής πρακτικής, οι καταγγέλλοντες μπορούν να προσφύγουν στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή για κακοδιοίκηση (maladministration) των ενωσιακών οργάνων.

ΤΟ ΔΙΑΚΥΒΕΥΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
Η Απόφαση 17/2026 της Αρχής Προστασίας Δεδομένων δεν αποτελεί μια απλή αστοχία σε μια μεμονωμένη υπόθεση. Είναι το σύμπτωμα μιας επικίνδυνης θεσμικής οπισθοδρόμησης.

Όταν μια ανεξάρτητη αρχή, αποστερημένη από εκλεγμένη ηγεσία, αποδέχεται ότι η κυβέρνηση μπορεί να μετατρέπει τα κινητά τηλέφωνα εκατομμυρίων πολιτών σε κρατικά τηλεβόα χωρίς συγκατάθεση, χωρίς ενημέρωση, χωρίς δικαίωμα άρνησης και χωρίς σύμβαση με τους παρόχους, τότε δεν υπερασπίζεται την οδική ασφάλεια, αλλ’αντιθέτως υπονομεύει τη Δημοκρατία και το Κράτος Δικαίου.

Η επίκληση του «καλού σκοπού» υπήρξε ιστορικά το πιο πρόσφορο πρόσχημα για την καταπάτηση των ατομικών ελευθεριών. «Το κάνω για το καλό σου»! Αν σήμερα οι πολίτες υποχρεούνται να «ανέχονται» τα SMS του Υπουργείου Μεταφορών στο όνομα της «αλληλεγγύης», αύριο θα υποχρεωθούν να ανεχθούν μηνύματα για τις κυβερνητικές οικονομικές επιτυχίες, την εξωτερική πολιτική ή οποιαδήποτε άλλη κρατική επιλογή.

Η μάχη που δίνεται πλέον στο Συμβούλιο της Επικρατείας, στα διοικητικά δικαστήρια και στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, με πρωτοβουλία των πολιτών και των συνηγόρων τους, δεν αφορά ένα απλό SMS. Αφορά το θεμελιώδες ερώτημα εάν στην Ελλάδα του 21ου αιώνα τα ατομικά δικαιώματα παραμένουν απαραβίαστα όρια απέναντι στην κρατική αυθαιρεσία ή εάν έχουν μετατραπεί σε κενές λέξεις ενός ευτελισμένου ευρωπαϊκού κανονισμού, σε συνέχεια και πλήρη εφαρμογή ενός παρατεταμένου «Predator».

Περισσότερα
Σχετικά
Προτεινόμενα

0 Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

FAQ Media

Good Life

Ενέργεια