Zorro Justice

Η ανατομία μιας θεσμικής συγκάλυψης: Όταν η Δικαιοσύνη αμνηστεύει τους θύτες και εκδικείται τα θύματα!

Η ανατομία μιας θεσμικής συγκάλυψης: Όταν η Δικαιοσύνη αμνηστεύει τους θύτες και εκδικείται τα θύματα!
  • Υπάρχουν υποθέσεις που υπερβαίνουν κατά πολύ τα όρια μιας οικογενειακής τραγωδίας και μετατρέπονται σε έναν εφιαλτικό καθρέφτη της θεσμικής παρακμής. Στο σκοτεινό αυτό πεδίο, όπου ένα κράτος δικαίου θα όφειλε να ορθώσει τείχος προστασίας γύρω από μια κακοποιημένη γυναίκα και ένα ανήλικο παιδί, εκτυλίσσεται ένα διαρκές έγκλημα παράλειψης, συγκάλυψης και συστημικής ασυλίας, υπό τον μανδύα των «ίσων δικαιωμάτων των γονέων». Πρόκειται για το χρονικό μιας προαναγγελθείσας κατάρρευσης των ελεγκτικών μηχανισμών, όπου εισαγγελικοί λειτουργοί, δικαστικές συνθέσεις και δημόσιες υπηρεσίες μετατρέπονται, είτε από αδιαφορία είτε από έκδηλη μεροληψία, σε εργαλεία στα χέρια ενός συστηματικού διώκτη και κακοποιητή, που είναι άκρως επικίνδυνος εν γνώσει τους.

Η αφετηρία της υπόθεσης σκιαγραφεί ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο εκφοβισμού και ακραίας δικαστικής καταδίωξης (SLAPP). Ένας καταδικασθείς δράστης, με βαρύ ποινικό μητρώο για σωρεία αδικημάτων ενδοοικογενειακής βίας, παράνομης βίας, απειλών, παραβιάσεων δικαστικών αποφάσεων και αρπαγής ανηλίκου, κατόρθωσε επί σειρά ετών να μετατρέψει την έννομη τάξη σε προσωπικό του φέουδο, χωρίς κανείς να κρούει τον κώδωνα του κινδύνου. Χωρίς ίχνος μεταμέλειας, έχοντας επιλέξει συνειδητά την ανεργία για να αφιερώνει όλη του την ενέργεια στον δικαστικό στραγγαλισμό της πρώην συζύγου του, εξαπέλυσε δεκάδες αβάσιμες μηνύσεις, αγωγές και αιτήσεις. Στο στόχαστρό του δεν βρέθηκε μόνο η βασανισμένη μητέρα, αλλά εκπαιδευτικοί, νηπιαγωγοί, αστυνομικά όργανα, παιδοψυχολόγοι και λειτουργοί της Θέμιδας.

Ακόμη και το ίδιο του το παιδί υπέστη σωματική βλάβη σε ένα περιβάλλον που η δικαιοσύνη έκρινε επισφαλές, επιβάλλοντας περιοριστικούς όρους, που ωστόσο κουρελιάστηκαν στην πράξη.
Το πραγματικό σκάνδαλο, ωστόσο, δεν εξαντλείται στην εμμονική δράση ενός προσώπου, αλλά εδράζεται βαθιά μέσα στα γραφεία της Εισαγγελίας και στις δικαστικές αίθουσες της Ευελπίδων, εκεί όπου μία Εισαγγελέας προτείνει να απαλλαγεί ο παιδοβιαστής της 12χρονης για βιασμό και ένας άλλος Εισαγγελέας προτείνει να απαλλαγεί γνωστός παιδοβιαστής δικηγόρος, χωρίς καμία -ευτυχώς- εκ των προτάσεων-τερατουργημάτων να γίνει δεκτή. Η πρώτη κραυγαλέα ρωγμή στο σύστημα σημειώθηκε όταν εισαγγελικός λειτουργός, παρακάμπτοντας κάθε έννοια νομιμότητας, χορήγησε παράνομη αναστολή εκτέλεσης σε άμεσα εκτελεστή πενταετή ποινή φυλάκισης που είχε επιβληθεί στον δράστη.

Χρειάστηκαν επίμονες καταγγελίες και προσφυγή στον τότε προϊστάμενο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών, Αριστείδη Κορέα, πολύ γνωστό από το πόρισμά του για την μαφία του ποσοσφαίρου, που όμως ενταφιάστηκε από τα Δικαστήρια και τα Συμβούλια, προκειμένου η προκλητική αυτή πράξη να ανακληθεί ως παράνομη και να αποκατασταθεί στοιχειωδώς η τάξη. Κι όμως, σε μια ευνομούμενη πολιτεία αυτό το θεσμικό ατόπημα θα αποτελούσε ανυπέρβλητο κώλυμα εξέλιξης. Στην ελληνική πραγματικότητα, ο συγκεκριμένος λειτουργός όχι μόνο δεν ελέγχθηκε πειθαρχικά, αλλά επιλέχθηκε πανηγυρικά σε κορυφαία ευρωπαϊκή θέση, αναλαμβάνοντας καθήκοντα Ευρωπαίου Εισαγγελέα.

Το μήνυμα προς τη δικαστική ιεραρχία υπήρξε ανατριχιαστικό: η αυθαιρεσία δεν τιμωρείται, αλλά ανταμείβεται, αρκεί να διατηρείς τη νομική σου αυτοκυριαρχία.

Η σκυτάλη της ατιμωρησίας παραδόθηκε άμεσα στο ακροατήριο. Λίγο αργότερα, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με Πρόεδρο γνωστή δικαστικό, που αμφισβήτησε την διαφορετική επιστημονική άποψη Ιατροδικαστών για περίπτωση γνωστή ως δολοφονία πολλών παιδιών, προχώρησε σε μια αδιανόητη κρίση, χορηγώντας αναστολή στην εκτέλεση της ίδιας αυτής πενταετούς ποινής, εντελώς αναιτιολόγητα και σε ευθεία αντίθεση με την εντολή του δικαστηρίου που είχε ρητά διατάξει την άμεση έκτισή της. Με μία μονοκοντυλιά, ο καταδικασμένος για βαριά παραβατική συμπεριφορά βρέθηκε εκ νέου ελεύθερος, οπλισμένος με την αίσθηση του ανέλεγκτου, έτοιμος να κλιμακώσει τον πόλεμο φθοράς εναντίον του θύματός του, όπως και έγινε.

Την ίδια στιγμή, η πολιτεία χρηματοδοτούσε εμμέσως αυτή τη βιομηχανία διώξεων. Μέσω της κατάχρησης του ευεργετήματος της νομικής βοήθειας, το οποίο είχε χορηγηθεί με προσχηματικές δηλώσεις δήθεν μηδενικού εισοδήματος, αλλά με σπίτι με πισίνα και υδρομαζάζ, ο δράστης κατέθετε ατελώς ένα αδιάκοπο μπαράζ δικογράφων.

Το θέατρο του παραλόγου τερματίστηκε πρόσκαιρα μόνο όταν η πολιτική δικαιοσύνη, διαπιστώνοντας ότι ο «άπορος» διάδικος διαβιούσε σε υπερπολυτελή έπαυλη με πισίνες, ιδιωτικούς κινηματογράφους και εξομοιωτές πτήσεων, ανακάλεσε αυτεπαγγέλτως το προνόμιο, αναγνωρίζοντας το μέγεθος του εμπαιγμού.

Όμως, η ζημιά είχε ήδη συντελεστεί: δεκάδες δικόγραφα είχαν ήδη διακινηθεί, τρομοκρατώντας τη μητέρα και στραγγαλίζοντας οικονομικά την άμυνά της.

Η θεσμική αποτυχία εκτείνεται αναπόφευκτα και στο πεδίο των υποστηρικτικών δομών υγείας. Όπως προκύπτει από εμπιστευτικά έγγραφα, δημόσια κέντρα ψυχικής υγείας έγιναν αποδέκτες αφόρητων πιέσεων, με τον δράστη να απαιτεί χειρόγραφες σημειώσεις θεραπευτών και να επιχειρεί τον εξαναγκασμό εξέτασης του ανήλικου τέκνου χωρίς τη συναίνεση της ασκούσας την επιμέλεια μητέρας.

Κι ενώ αρχικά οι δομές αυτές αντιστάθηκαν καταγγέλλοντας την εργαλειοποίησή τους προς την Εισαγγελία Ανηλίκων, στη συνέχεια παρατηρήθηκαν φαινόμενα έκδοσης βεβαιώσεων «για δικαστική χρήση» άνευ εισαγγελικής παραγγελίας, οι οποίες κατέληγαν να διατυπώνουν αυθαίρετες κρίσεις περί «αδυναμίας υλοποίησης» των δικαστικών αποφάσεων, λειτουργώντας ως άλλοθι για τη μη συμμόρφωση του υπόχρεου.

Το αποκορύφωμα αυτής της συστημικής συνενοχής εκτυλίσσεται στις δικαστικές αίθουσες της Ευελπίδων, όπου η άρνηση απονομής δικαιοσύνης λαμβάνει πλέον τη μορφή θεσμικού εμπαιγμού. Όταν η γνωστή και μαχητική δικηγόρος της μητέρας ύψωσε ανάστημα για να προστατεύσει το θύμα και το παιδί, βρέθηκε και η ίδια στο επίκεντρο μιας ανελέητης στοχοποίησης, με ψευδείς καταμηνύσεις και καταφανείς πράξεις επίμονης καταδίωξης (stalking). Κι ενώ ο δράστης παραπέμφθηκε στο ακροατήριο για να λογοδοτήσει για τα αδικήματα αυτά, συνέβη το αδιανόητο: πρωτοδίκης και εισαγγελέας έδωσαν πρόσφατα και τρίτη διακοπή στη δίκη του. Μία συνεχιζόμενη αρνησιδικία, η οποία παρατείνει την ομηρία της συνηγόρου και επιβραβεύει τις παρελκυστικές τακτικές ενός κατηγορουμένου που περιφρονεί συστηματικά τα δικαστήρια.
Μπροστά σε αυτή τη θεσμική κατρακύλα, το ερώτημα δεν είναι απλώς νομικό, αλλά βαθύτατα πολιτικό και κοινωνικό: Τι κάνουν η Επιθεώρηση Δικαστών και Δικαστηρίων, ο Εισαγγελέας και ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου; Πού βρίσκονται οι εποπτικοί μηχανισμοί του Αρείου Πάγου και του Υπουργείου Δικαιοσύνης; Πώς επιτρέπεται σε δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς να κωφεύουν, να αρνούνται να δικάσουν, να αναστέλλουν παράνομα ποινές και να ανέχονται τη μετατροπή της δικαιοσύνης σε πλυντήριο εκδικητικών συμπεριφορών, με σοβαρό κίνδυνο για γυναίκα-θύμα και ανήλικο παιδί βαρύτατα κακοποιημένο;

Η προστασία των δικαιωμάτων της μητέρας και του ανήλικου παιδιού δεν είναι θεωρητική άσκηση, ούτε πολυτέλεια που μπορεί να εξαρτάται από τις διαθέσεις ή τις διασυνδέσεις του εκάστοτε παράγοντα. Οι ευθύνες της Εισαγγελίας και των εμπλεκόμενων δικαστών είναι ιστορικές και ασήκωτες. Όταν το κράτος αδυνατεί ή αρνείται να εφαρμόσει τους δικούς του νόμους, όταν οι θεσμοί λειτουργούν ως ασπίδα του θύτη και αγχόνη του θύματος, τότε η κοινωνία δεν βρίσκεται απλώς μπροστά σε μια δικαστική πλάνη, αλλά μπροστά σε μια βαθιά, συστημική σήψη που απαιτεί άμεση κάθαρση και παραδειγματικό καταλογισμό ευθυνών.

Περισσότερα
Σχετικά
Προτεινόμενα

0 Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

FAQ Media

Good Life

Ενέργεια