- Το υπό διαβούλευση σχέδιο νόμου για τον νέο Κώδικα Δικηγόρων δεν συνιστά απλώς μια αποτυχημένη νομοθετική πρωτοβουλία, πέραν των οικονομικών αντιδώρων στους Δικηγόρους, για να επιτευχθεί η φίμωσή τους και η υποταγή στον «Αφέντη-λάτρη των μπαζωμάτων». Αποτελεί το επιστέγασμα μιας κυνικής, υποκριτικής και βαθιά αντιθεσμικής συναλλαγής ανάμεσα στην πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης και τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία ορισμένων της Ολομέλειας και του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.
Ο Υπουργός Δικαιοσύνης Γιώργος Φλωρίδης και ο Υφυπουργός Ιωάννης Μπούγας εμφανίζονται ως δήθεν «εκσυγχρονιστές» και κήνσορες της αποτελεσματικότητας. Στην πραγματικότητα, λειτουργούν με τον πιο παλαιοκομματικό αυταρχισμό. Νομοθετούν χωρίς ίχνος επαφής με τη σκληρή πραγματικότητα των ακροατηρίων, ισοπεδώνουν τις συνταγματικές εγγυήσεις και αντιμετωπίζουν τη μαχόμενη δικηγορία ως ενοχλητικό εμπόδιο στην ανέξοδη επικοινωνιακή τους τακτική.
Απέναντί τους, ωστόσο, δεν βρήκαν ένα ανεξάρτητο, διεκδικητικό δικηγορικό σώμα. Βρήκαν μια πρόθυμη, συμβιβασμένη και ναρκισσιστική συνδικαλιστική ομάδα στην Ολομέλεια και στον ΔΣΑ, που προσπαθεί να «χειραγωγήσει» τα υπόλοιπα Μέλη. Μια ηγεσία που αναλώνεται σε ανέξοδες κορώνες, τηλεοπτικά διαγγέλματα και προσχηματικές αποχές για τα μάτια του κόσμου, ενώ πίσω από τις κλειστές πόρτες των υπουργικών γραφείων παζαρεύει προνόμια, θεσμικές καρέκλες και μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, με αποτέλεσμα να ακούγεται στους διαδρόμους «μαζί φτιάξαμε τον Νέο Δικαστικό Χάρτη».
Αρκεί να διαβάσει κανείς τις διατάξεις πίσω από τις λέξεις για να αντιληφθεί το μέγεθος του εμπαιγμού.
Πρώτον, η άλωση της Πειθαρχικής Δικαιοσύνης. Αντί το πειθαρχικό δίκαιο να αναβαθμιστεί σε ανεξάρτητο πυλώνα κάθαρσης και προστασίας του πολίτη και του λειτουργήματος, μετατρέπεται σε εργαλείο χειραγώγησης. Το Υπουργείο και οι συνδικαλιστές συμφώνησαν να διορίζει η εκάστοτε ηγεσία του Συλλόγου το 40% των μελών των πειθαρχικών συμβουλίων! Ταυτόχρονα, δίνουν στον Πρόεδρο του Συλλόγου το απόλυτο μονοπώλιο της πειθαρχικής δίωξης και της αυθαίρετης αρχειοθέτησης. Εγκαθιδρύεται έτσι ένας κομματικός και παραταξιακός μηχανισμός εξόντωσης των αντιφρονούντων και προστασίας των ημετέρων. Και το αποκορύφωμα; Η κατάργηση του ανασταλτικού αποτελέσματος της έφεσης! Ένας δικηγόρος μπορεί να καταστραφεί επαγγελματικά από μια πρωτοβάθμια απόφαση ενός ελεγχόμενου οργάνου, πριν καν κριθεί τελεσίδικα. Αυτό δεν είναι κράτος δικαίου. Είναι θεσμική τρομοκρατία. Είναι χειρότερο από το «κράτος δικαίου» του Τιμπουκτού!
Δεύτερον, τα ασυμβίβαστα του παραλογισμού και των δύο ταχυτήτων. Την ώρα που χιλιάδες μαχόμενοι δικηγόροι συνθλίβονται από το τεκμαρτό φορολογικό χαράτσι, τις ασφαλιστικές εισφορές και την ακρίβεια, το δίδυμο Φλωρίδη-Μπούγα, με τη σιωπηρή συνενοχή ορισμένων του ΔΣΑ, νομοθετεί διατάξεις παροιμιώδους φαιδρότητας: απαγορεύεται στον δικηγόρο να συμπληρώσει το πενιχρό του εισόδημα από αγροτική δραστηριότητα ή βραχυχρόνια μίσθωση, εκτός αν τα απέκτησε… από κληρονομιά! Επιβραβεύεται η κληρονομική περιουσία και τιμωρείται ο προσωπικός μόχθος. Προστατεύονται μόνον οι Κληρονόμοι Δικηγόροι αγίων οικογενειών! Την ίδια στιγμή, φροντίζουν να θεσπίσουν ακαταδίωκτο για τους δικηγόρους του ευρύτερου δημόσιου τομέα και –το αποκορύφωμα– επιτρέπουν στο Διοικητικό Συμβούλιο να προσλαμβάνει τα μέλη του ως έμμισθους υπαλλήλους του Συλλόγου χωρίς ασυμβίβαστο (άρθρο 95 § 5)! Τα δικά τους παιδιά τακτοποιούνται, ο μαχόμενος δικηγόρος στραγγαλίζεται.
Τρίτον, η οικονομική και επιμορφωτική επικυριαρχία. Με την ίδρυση του Ινστιτούτου Νομικής Επιμόρφωσης (ΙΝΕ) και τη συγκέντρωση των εξετάσεων και των κονδυλίων (ΕΛΚΙ), στήνεται ένας υπερ-μηχανισμός διαχείρισης εκατομμυρίων ευρώ και υποχρεωτικών «σεμιναρίων», όπου η νομενκλατούρα της Ολομέλειας θα μοιράζει ρόλους, θέσεις εκπαιδευτών και πιστοποιητικά προαγωγής στους υποταγμένους. Η αξιοπρέπεια της άσκησης και της επιστημονικής εξέλιξης υποτάσσεται στην υποχρεωτική φορολόγηση και συνδρομή.
Η ηγεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης αποδεικνύει για πολλοστή φορά ότι αντιλαμβάνεται τη δικαιοσύνη με όρους διοικητικής πυγμής, ποινικού λαϊκισμού και υποταγής των συλλειτουργών της. Όμως, η ιστορική ευθύνη βαραίνει πρωτίστως τους συνδικαλιστές του ΔΣΑ και της Ολομέλειας. Αυτούς που υποδύονται τους υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στα τηλεοπτικά πάνελ, ακόμη και κίτρινων εκπομπών, αλλά συνυπογράφουν νομοθετήματα που καθιστούν το δικηγορικό σώμα αδύναμο, διαιρεμένο, πειθαρχικά ομήρο και οικονομικά εξαρτημένο.
Η μαχόμενη δικηγορία των γραφείων, των ακροατηρίων και των ατέλειωτων ουρών στις γραμματείες δεν έχει ανάγκη από προστάτες-φεουδάρχες στο Υπουργείο, ούτε από επαγγελματίες συνδικαλιστές, που παζαρεύουν τις τύχες του κλάδου για να διατηρήσουν τις σφραγίδες τους.
Το σχέδιο νόμου αυτό πρέπει να αποσυρθεί άμεσα. Και αν η ηγεσία της Ολομέλειας και του ΔΣΑ αρνείται να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, είναι ώρα το ίδιο το σώμα των δικηγόρων να τους προσπεράσει και να διεκδικήσει την αξιοπρέπεια, την ανεξαρτησία και την πραγματική του αυτοτέλεια. Πριν είναι αργά …









0 Σχόλια
Αφήστε ένα σχόλιο