Δεν ξέρω τι συνηθίζεται να γράφουν μια τέτοια μέρα, «την τελευταία του έτους». Και λέει ψέματα όποιος (ειδικά όποιος δημοσιογράφος) ισχυριστεί πως, «α! Δεν ξέρω για τους άλλους. Εγώ έχω κάθε μέρα να πω κάτι».
Συνήθως δεν έχει να πει απολύτως τίποτα.
Όλοι, μα (σχεδόν) όλοι όμως, αλήθεια δεν ξέρω τι τους πιάνει, κάνουν «απολογισμούς». Απολογισμούς για την πολιτική κατάσταση. Για την οικονομία που θριαμβεύει. Απολογισμούς για την κατάσταση που επικρατεί στην κοινωνία. Και για τον αθλητισμό απολογισμούς. Απολογισμούς,
πραγματικά για ό,τι μπορείς να φανταστείς. Για όλα!
Πόσο αυτό, μείον εκείνο, ίσον τόσο.
Αλλά, σου ορκίζομαι. Ποτέ δεν ήμουν καλός στους απολογισμούς (μου). Άρα πως μπορώ να γίνω, «απο-λογιστής» (των πράξεων) των άλλων;
Η μεγαλύτερη ανησυχία του Φερνάντο Πεσσόα στο «Βιβλίο της Ανησυχίας» (Livro do Desassossego), όπως αυτή εκφράζεται μέσα από τον ημι-
ετερώνυμο, «διάφανο βοηθό λογιστή» Μπερνάρντο Σοάρες, είναι η αδυναμία του να ξεφύγει από τον ίδιο του τον εαυτό – η αίσθηση ότι είναι αιώνια παγιδευμένος μέσα του, εντός του, χωρίς διέξοδο, δίχως δυνατότητα πραγματικής δράσης – ή αλλαγής.
«Μια ανησυχία για το να είμαι εγώ, παγιδευμένος για πάντα μέσα μου, πλημμυρίζει όλο μου το είναι χωρίς να βρίσκει διέξοδο, διαμορφώνοντάς με σε τρυφερότητα, φόβο, αηδία – όλα μαζί ανακατεμένα».
Κι αυτή η υπαρξιακή «φυλακή», εκδηλώνεται σε πολλαπλά επίπεδα. Στην υπερβολική συνείδηση (ή μήπως η υπερβολική αυτογνωσία;) που παραλύει
κάθε πράξη – όσο περισσότερο σκέφτεται, τόσο λιγότερο μπορεί να ζήσει. Στην αίσθηση ματαιότητας κάθε φιλοδοξίας, δράσης, ακόμα και της ίδιας της ύπαρξης – η ζωή φαίνεται άσκοπη, χωρίς νόημα πέρα από την παρατήρηση. Στην αδυναμία να αισθανθεί κάτι αληθινά ή να συνδεθεί με τον κόσμο χωρίς να τον διαλύσει η ρημάδα η ανάλυση. Αλλά και στην επιθυμία για ανυπαρξία ή για μια κατάσταση «ασυνειδησίας», εκεί όπου η σκέψη πραγματικά θα σταματούσε. Όπως λέει (γράφει, για να είμαι ακριβέστερος) ο συγγραφέας:
«Αν η καρδιά μπορούσε να σκεφτεί, θα σταματούσε».
Κι όμως, αυτή η ίδια η Ανησυχία – η παγίδευση δηλαδή «εντός μας», η παράλυση από την υπερβολική σκέψη ή ακόμη και από την «μη σκέψη» – δεν είναι μόνο του Σοάρες. Ίσως να είναι Ανησυχία και της χρονιάς που αφήνουμε πίσω. Ενός 2025 όπου οι δρόμοι «κλείστηκαν», γέμισαν δηλαδή ξανά από ανθρώπους που φώναξαν για τις ζωές τους. Οι ίδιοι άνθρωποι που άλλες φορές ενδεχομένως να ενοχλήθηκαν, επειδή άλλοι άνθρωποι «έκλεισαν», δηλαδή γέμισαν τους δρόμους για τους ίδιους λόγους. Αλλά για άλλα αιτήματα. Όχι για τα δικά τους.
Όπως και να το δεις όμως, είναι χιλιάδες όλοι αυτοί οι άνθρωποι. Που μπορεί να μην συναντήθηκαν ποτέ όλοι μαζί, αλλά όταν αποφάσισαν να βγουν εκεί έξω, το έκαναν επειδή αρνήθηκαν να παραμείνουν παγιδευμένοι στην «σιωπηλή πλειοψηφία» – ή στην καθημερινή ματαιότητα της ιδέας ότι «τίποτα δεν αλλάζει».
Η μεγαλύτερη Ανησυχία, δεν είναι η αδυναμία να δράσουμε. Ποτέ δεν ήταν. Είναι ίσως η στιγμή που συνειδητοποιούμε ότι, αν δεν δράσουμε, τότε η παγίδευση γίνεται μόνιμη – για εμάς, για την πολιτική ως εργαλείο διεκδίκησης, για την κοινωνία ως πεδίο δημιουργίας, για τις ζωές μας.
Δεν γνωρίζω λοιπόν τι μπορεί να φέρει το 2026. Κανείς δεν το ξέρει. Και τα ευχολόγια των αιώνων είναι τίγκα από ευχές που όλες στον καιρό τους, ανακούφισαν, έκαναν τους ανθρώπους να αντέξουν.
Ίσως όμως το 2026, αυτή η μικρή φετούλα χρόνου που κόβουμε οι άνθρωποι για να ράψουμε την Ιστορία της Αιωνιότητας στα μέτρα μας, να μην φέρει λύτρωση. Ίσως όμως να φέρει μια μικρή ρωγμή: να γράψουμε και να πούμε λιγότερα για την Ανησυχία και ταυτόχρονα να αρχίσουμε να πράττουμε. Τόσο μέσα μας – κι όχι με όρους φθηνής αυτοβελτίωσης. Αλλά κι εκεί έξω – με όρους συλλογικούς.
Ευτυχισμένο το νέο Έτος Ανησυχίας, λοιπόν. Μείναμε ζωντανοί οι άνθρωποι, για 2025 ολόκληρα χρόνια, από τη γέννηση του Χριστού. Και ποιος ξέρει αλλά πόσα νωρίτερα.
Νομίζω πως θα τα καταφέρουμε και φέτος. Ίσως και λίγο καλύτερα.

0 Σχόλια
Αφήστε ένα σχόλιο