FAQ stuff

Δημογραφικός εφιάλτης στην Ελλάδα: 42% λιγότερες γεννήσεις μέσα σε 15 χρόνια

Δημογραφικός εφιάλτης στην Ελλάδα: 42% λιγότερες γεννήσεις μέσα σε 15 χρόνια
  • Η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια δημογραφική κρίση που δεν προέκυψε ξαφνικά, αλλά εξελίσσεται εδώ και δεκαετίες και πλέον παίρνει χαρακτηριστικά ανοιχτής κατάρρευσης. Τα στοιχεία της έρευνας του δημογράφου Βύρωνα Κοτζαμάνη αποτυπώνουν με αριθμούς μια πραγματικότητα που δύσκολα μπορεί να κρυφτεί πίσω από κυβερνητικές εξαγγελίες και επικοινωνιακές καμπάνιες.

Από περίπου 148.000 γεννήσεις ετησίως κατά μέσο όρο το 1979-1980, η χώρα έφτασε στις μόλις 67.000 το 2024-2025. Την ίδια ώρα, η ηλικία στην οποία οι γυναίκες αποκτούν παιδιά έχει μετακινηθεί σχεδόν έξι χρόνια προς τα πάνω, από τα 26,2 στα 32,2 έτη. Η εικόνα είναι ακόμη πιο ανησυχητική όταν εξετάζεται η γονιμότητα ανά γενιά: οι γυναίκες που γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1950 απέκτησαν κατά μέσο όρο δύο παιδιά, ενώ εκείνες που γεννήθηκαν γύρω στο 1985 λιγότερα από 1,5.

Η υποχώρηση των γεννήσεων δεν αποτελεί πλέον μια παροδική δημογραφική διακύμανση. Με εξαίρεση την περίοδο 2003-2009, όταν καταγράφηκε περιορισμένη ανάκαμψη που συνδέθηκε κυρίως με τη μαζική είσοδο μεταναστών μετά το 1990, η τάση παραμένει σταθερά καθοδική. Ο ετήσιος δείκτης γονιμότητας από περίπου 2.200 παιδιά ανά 1.000 γυναίκες το 1979-1980 έχει περιοριστεί στα 1.240 το 2024-2025.

Και εδώ βρίσκεται ίσως το πιο σκληρό στοιχείο της εικόνας: μετά το 2010 οι θάνατοι είναι περισσότεροι από τις γεννήσεις. Την περίοδο 1971-1980 καταγράφηκαν 638.000 περισσότερες γεννήσεις από θανάτους. Την επόμενη δεκαετία η διαφορά περιορίστηκε στις 276.000 και στη συνέχεια μόλις στις 22.000. Αντίστροφα, την περίοδο 2011-2020 οι θάνατοι ξεπέρασαν τις γεννήσεις κατά 267.000, ενώ μόνο στην πενταετία 2021-2025 η αρνητική φυσική μεταβολή έφτασε περίπου τις 290.000.

Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο δραματική όταν η εικόνα κατεβαίνει σε επίπεδο περιφέρειας. Από το 2009 έως το 2024 οι γεννήσεις μειώθηκαν πανελλαδικά κατά 42%, από 117.440 σε 68.310. Σε έξι νομούς της ηπειρωτικής Ελλάδας, μάλιστα, η πτώση ξεπέρασε το 50%, ενώ σε άλλους δέκα κινήθηκε μεταξύ 45% και 50%. Αντίθετα, σε ορισμένες νησιωτικές περιοχές η μείωση ήταν αισθητά μικρότερη, με τις Κυκλάδες και τη Ζάκυνθο να καταγράφουν υποχώρηση κάτω από 15%.

Η σχέση γεννήσεων και θανάτων αποκαλύπτει με ακόμη μεγαλύτερη σαφήνεια το μέγεθος του προβλήματος. Το 2009 αντιστοιχούσαν περίπου 92 θάνατοι για κάθε 100 γεννήσεις. Το 2024 η αναλογία σχεδόν διπλασιάστηκε, φτάνοντας τους 184 θανάτους ανά 100 γεννήσεις. Σε επίπεδο νομών, η απόσταση είναι τεράστια, καθώς ο σχετικός δείκτης κυμαίνεται από 79 έως 276 θανάτους ανά 100 γεννήσεις.

Υπάρχουν περιοχές, όπως τα Δωδεκάνησα, η Ξάνθη και τρεις νομοί της Κρήτης, όπου οι γεννήσεις εξακολουθούν να υπερτερούν των θανάτων. Στον αντίποδα, σε 17 νομούς της ηπειρωτικής Ελλάδας καταγράφονται από 175 έως και 276 θάνατοι ανά 100 γεννήσεις. Πρόκειται για περιοχές που σε αρκετές περιπτώσεις παρουσιάζουν παράλληλα και σημαντική πληθυσμιακή συρρίκνωση.

Η εξήγηση δεν βρίσκεται μόνο στο πόσα παιδιά επιλέγουν να κάνουν οι οικογένειες. Καθοριστικό ρόλο παίζει πλέον και το γεγονός ότι η ίδια η δεξαμενή των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας συρρικνώνεται. Ο αριθμός των γυναικών ηλικίας 25-44 ετών μειώθηκε κατά περίπου 480.000, δηλαδή κατά 28%. Αυτό αποτελεί άμεση συνέπεια της μεγάλης πτώσης των γεννήσεων που καταγράφηκε μετά το 1980, καθώς σήμερα φτάνουν στην αναπαραγωγική ηλικία ολοένα μικρότερες γενιές.

Με απλά λόγια, η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν δημογραφικό φαύλο κύκλο: λιγότερα παιδιά γεννιούνται, άρα λιγότεροι νέοι φτάνουν αργότερα στην ηλικία τεκνοποίησης, γεγονός που οδηγεί σε ακόμη λιγότερες γεννήσεις. Ταυτόχρονα, η γήρανση του πληθυσμού αυξάνει τον αριθμό των θανάτων. Η εσωτερική μετανάστευση, η φυγή νέων ανθρώπων και οι μεταβολές στις μεταναστευτικές ροές επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο την κατάσταση σε αρκετές περιοχές.

Οι νομοί που εμφανίζουν τις μεγαλύτερες απώλειες γεννήσεων συνδυάζουν χαμηλότερη γονιμότητα στις νεότερες γενιές με ταχύτερη συρρίκνωση του γυναικείου πληθυσμού αναπαραγωγικής ηλικίας. Αντίθετα, εκεί όπου ο πληθυσμός παραμένει νεότερος, οι γεννήσεις υποχωρούν ηπιότερα και η προσέλκυση νέων ανθρώπων από άλλες περιοχές ή από το εξωτερικό λειτουργεί ως ανάχωμα.

Το πλέον ανησυχητικό είναι ότι οι σημερινές εξελίξεις προδιαγράφουν προβλήματα και για τις επόμενες δεκαετίες. Η μείωση των γεννήσεων κατά 42% την τελευταία δεκαπενταετία είναι πολύ μεγαλύτερη από την αντίστοιχη πτώση της δεκαετίας του 1980, όταν οι γεννήσεις μειώθηκαν κατά 31%, από 148.000 το 1980 σε 102.000 το 1990. Και σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, μια νέα σημαντική υποχώρηση, της τάξης του 15%, αναμένεται μεταξύ 2045 και 2060, καθώς τότε θα φτάσουν σε αναπαραγωγική ηλικία οι πολύ μικρότερες γενιές που γεννήθηκαν μεταξύ 2010 και 2029.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν υπάρχει δημογραφικό πρόβλημα στην Ελλάδα. Τα στοιχεία απαντούν ήδη με τον πιο εμφατικό τρόπο. Το ερώτημα είναι πόσο ακόμη θα αντιμετωπίζεται μια κρίση τέτοιας κλίμακας με αποσπασματικά μέτρα, εξαγγελίες και επικοινωνιακούς πανηγυρισμούς περί «δημογραφικής πολιτικής». Γιατί όταν μέσα σε λίγες δεκαετίες οι γεννήσεις έχουν κατρακυλήσει από τις 148.000 στις περίπου 67.000, ενώ οι θάνατοι έχουν πλέον υπερδιπλάσια αναλογία έναντι των γεννήσεων σε πολλές περιοχές, το πρόβλημα δεν είναι απλώς στατιστικό. Είναι ζήτημα επιβίωσης της κοινωνικής και οικονομικής δομής της χώρας.

Και απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η κυβέρνηση δεν μπορεί να συνεχίζει να συμπεριφέρεται σαν να πρόκειται για έναν ακόμη δείκτη που θα διορθωθεί με μια εξαγγελία. Η δημογραφική κατάρρευση δεν περιμένει τα κυβερνητικά χρονοδιαγράμματα.

Περισσότερα
Σχετικά
Προτεινόμενα

0 Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

FAQ Media

Good Life

Ενέργεια