Zorro Justice

Δικαστικό ανάχωμα στην αυθαιρεσία των ψηφιακών κατασχέσεων και αυστηρό συνταγματικό όριο στο απόρρητο των επικοινωνιών

Δικαστικό ανάχωμα στην αυθαιρεσία των ψηφιακών κατασχέσεων και αυστηρό συνταγματικό όριο στο απόρρητο των επικοινωνιών
  • Μια από τις πλέον καθοριστικές και δογματικά επεξεργασμένες αποφάσεις των τελευταίων ετών στον τομέα των συνταγματικών ελευθεριών και της ψηφιακής εγκληματολογίας εξέδωσε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με την υπ’ αριθμόν 151/2026 απόφασή του.

Το δικαστικό συμβούλιο κλήθηκε να εφαρμόσει την ιστορική απόφαση 1/2026 της Πλήρους Ποινικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου σχετικά με τα όρια της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών σε κατασχεθέντα ψηφιακά πειστήρια, χαράσσοντας ταυτόχρονα μια κρίσιμη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις ιδιωτικές συνομιλίες και τα αμιγώς επιχειρηματικά ή οικονομικά δεδομένα ή σε άλλες περιπτώσεις ποινικώς αξιόλογα δεδομένα, κρίσιμα για τη διάγνωση της υπόθεσης. Πέρα από το εξαιρετικά βαρύ νομολογιακό της πρόσημο, η συγκεκριμένη σύνθεση συγκέντρωσε έντονο θεσμικό και δημοσιογραφικό ενδιαφέρον, καθώς στην «έδρα» και στην εισαγγελική πρόταση βρέθηκαν δύο δικαστικοί λειτουργοί με έντονο αποτύπωμα σε μείζονες υποθέσεις διαφθοράς: ο Αντεισαγγελέας Εφετών Χρήστος Ντζούρας και ο Εφέτης Κωνσταντίνος Ρόκος.

Η υπόθεση έλκει την καταγωγή της από ευρωπαϊκή εντολή έρευνας των ιταλικών αρχών κατά κυκλώματος πειρατείας συνδρομητικής τηλεόρασης. Στο πλαίσιο των ερευνών στην Ελλάδα κατασχέθηκαν ηλεκτρονικοί υπολογιστές και σκληροί δίσκοι, επί των οποίων εκδόθηκε βούλευμα άρσης του απορρήτου χωρίς συγκεκριμένο χρονικό περιορισμό, οδηγώντας στη σύνταξη εκτενούς έκθεσης πραγματογνωμοσύνης από τη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών. Όταν ο κατηγορούμενος ζήτησε τον αποχωρισμό του υλικού λόγω υπέρβασης των νόμιμων χρονικών ορίων, το Συμβούλιο Εφετών είχε αρχικά απορρίψει την προσφυγή του με την απόφαση 41/2024, θεωρώντας ότι η πρόσβαση σε ήδη αποθηκευμένες εγγραφές είναι πράξη στιγμιαία και δεν υπόκειται στους χρονικούς περιορισμούς των παρακολουθήσεων.

Η κρίση αυτή ανατράπηκε εκ θεμελίων από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την υπ’ αριθμόν 1/2026 απόφασή της, η οποία επιβεβαίωσε και εξειδίκευσε τις προγενέστερες αποφάσεις 4/2024 και 5/2024. Το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 19 παράγραφος 1 του Συντάγματος προστατεύει απόλυτα το απόρρητο της επικοινωνίας ανεξαρτήτως δικτύου, καλύπτοντας ρητά και τις επιφυείς υπηρεσίες επικοινωνιών, όπως είναι οι εφαρμογές Skype, Viber, Signal και παρόμοιες πλατφόρμες. Η λήξη της συνομιλίας δεν σημαίνει το τέλος της συνταγματικής προστασίας, η οποία εκτείνεται απαρέγκλιτα και στις επικοινωνίες που παραμένουν αποθηκευμένες στις τερματικές συσκευές. Ακόμη πιο καθοριστικά, η Ολομέλεια ξεκαθάρισε ότι ναι μεν η άρση του απορρήτου για δεδομένα του παρελθόντος μπορεί να διαταχθεί εφάπαξ για όλη την αναγκαία περίοδο χωρίς διαδοχικές διμηνιαίες παρατάσεις, πλην όμως δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπερβεί το ανώτατο χρονικό όριο διάρκειας που ορίζει ο νόμος. Το όριο αυτό είναι οι δώδεκα μήνες υπό το καθεστώς του νόμου 2225/1994 και οι δέκα μήνες υπό τον ισχύοντα νόμο 5002/2022. Κάθε στοιχείο επικοινωνίας που ανακτήθηκε καθ’ υπέρβαση αυτού του χρονικού πλαισίου καθίσταται απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο κατά το άρθρο 177 παράγραφος 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και πρέπει να αποβάλλεται από τη δικογραφία.

Μετά την αναίρεση, η δικογραφία επανήλθε στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών υπό νέα σύνθεση. Στη θέση του Εισαγγελέα βρέθηκε ο Χρήστος Ντζούρας, ένας εισαγγελικός λειτουργός με τεράστια εμπειρία σε σύνθετες και πολιτικά φορτισμένες υποθέσεις, ευρύτατα γνωστός από τη θητεία του στην Εισαγγελία Διαφθοράς. Ο κ. Ντζούρας, μαζί με την τότε επικεφαλής Ελένη Τουλουπάκη και τον συνάδελφό του Στυλιανό Μανώλη, οι οποίοι παρά τα ενδεχόμενα «λάθη», οφειλόμενα ενδεχομένως και στις πιέσεις που είχαν δεχθεί, έχουν αφήσει το αποτύπωμα των αδιάφθορων, είχε σηκώσει το δυσθεώρητο βάρος της διερεύνησης του σκανδάλου της Novartis, αποτελώντας κεντρικό πρόσωπο μιας πρωτοφανούς θεσμικής μάχης που κατέληξε στην πλήρη δικαστική τους δικαίωση, έστω κι εάν ο Άρειος Πάγος συνεχίζει να εκδικείται την Ελένη Τουλουπάκη, διά της μη προαγωγής της, όταν την ίδια στιγμή προάγει δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς, όχι βάσει των προσόντων τους, αλλά «εκ του πινακίου», ενίοτε και κατά πρόδηλη δίκην βουτιάς στην επετηρίδα παρέκκλιση απ’ αυτό. Στην παρούσα υπόθεση, ο κ. Ντζούρας επέδειξε εκ νέου αυστηρή προσήλωση στη δικονομική ορθότητα, προτείνοντας να μη ληφθεί πρόωρη οριστική απόφαση. Αντιθέτως, εισηγήθηκε να διαταχθούν συμπληρωματικές ενέργειες από τη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών ώστε να διαχωριστεί με απόλυτη τεχνική ακρίβεια το υλικό των επικοινωνιών από τα υπόλοιπα ψηφιακά πειστήρια και να προσδιοριστεί επακριβώς τι εμπίπτει στο νόμιμο αρχικό διάστημα της άρσης.

Δίπλα στην Πρόεδρο Εφετών Βασιλική Κατσούλα, μέλος της δικαστικής σύνθεσης, και εγνωσμένη δικαστική λειτουργό με Ήθος, ήταν ο Εφέτης Κωνσταντίνος Ρόκος. Ο κ. Ρόκος είναι ένας δικαστής που απασχόλησε έντονα τη δημόσια σφαίρα ως ο εισηγητής του πολυσέλιδου βουλεύματος, με το οποίο απορρίφθηκε η «σκανδαλώδης» έφεση της Εισαγγελίας Εφετών κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος για τον γιο του πρώην υπουργού Τάκη Θεοδωρικάκου, τον πρώην Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας και άλλους ανώτατους αξιωματικούς. Η υπόθεση εκείνη αφορούσε τη συγκάλυψη ελέγχου σε νεαρά άτομα και τη συνακόλουθη απόπειρα διαφυγής από τη δικαστική κρίση, με τον κ. Ρόκο να συντάσσει το παραπεμπτικό σκεπτικό που έκλεισε τελεσίδικα την πόρτα της αρχειοθέτησης και έστειλε τους κατηγορούμενους στο ακροατήριο, μέχρι που ο αγαπημένος αδελφός του Υπουργού Δικαιοσύνης, ο κατά τα άλλα άτεγκτος Βασίλης Φλωρίδης, αποφάσισε να αιτηθεί την αναίρεσή του.

Στο δικαστικό αυτό παζλ κομβική υπήρξε και η παρουσία του Εφέτη Κωνσταντίνου Αδαμαντόπουλου, ο οποίος συμπλήρωσε τη σύνθεση του Συμβουλίου Εφετών.
Πρόκειται για έναν δικαστικό λειτουργό χαμηλών μεν τόνων αλλά υψηλού θεσμικού κύρους και δογματικής κατάρτισης, με μακρά διαδρομή στο δικαστικό σώμα, και ιδιαίτερα γνωστού για την ευαισθησία του στην τέχνη της μουσικής. Ως Πρόεδρος Πρωτοδικών κι εν συνεχεία ως Εφέτης, έχει χειριστεί πλήθος απαιτητικών και νομικά περίπλοκων υποθέσεων -από ιστορικές εργατικές και αστικές διαφορές έντονου κοινωνικού ενδιαφέροντος μέχρι μείζονος σημασίας ποινικές δικογραφίες- διατηρώντας σταθερά τη φήμη του αυστηρού νομομαθούς, που επιμένει στην εξαντλητική τήρηση της δικονομικής νομιμότητας, με βαθειά ενσυναίσθηση.
Στη συγκεκριμένη υπόθεση, η σύμπραξή του με τον Κωνσταντίνο Ρόκο και την Πρόεδρο Βασιλική Κατσούλα προσέδωσε στο βούλευμα 151/2026 ιδιαίτερο νομικό βάρος. Εξασφάλισε ότι η κρίσιμη απόφαση για το «χειρουργικό νυστέρι» στα ψηφιακά πειστήρια δεν θα αντιμετωπιζόταν ως μια γραφειοκρατική διεκπεραίωση, αλλά ως μια βαθιά θεμελιωμένη απόφαση αρχής, θωρακισμένη από δικαστές εγνωσμένης θεσμικής αξιοπιστίας.

Με το βούλευμα 151/2026, το δικαστικό συμβούλιο υιοθέτησε την εισαγγελική πρόταση και διαμόρφωσε μια θεμελιώδη διάκριση που αποτρέπει τη γενικευμένη αμνηστία ψηφιακών στοιχείων. Το Συμβούλιο υπογράμμισε ότι η δεσμευτική απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου προστατεύει το απόρρητο της επικοινωνίας και όχι γενικώς και αορίστως τον ίδιο τον ψηφιακό φορέα ως υλικό αντικείμενο. Το Σύνταγμα περιφρουρεί τη διαπροσωπική ανταλλαγή διανοημάτων, μηνυμάτων και συναισθημάτων μεταξύ συγκεκριμένου αποστολέα και παραλήπτη. Αντιθέτως, στοιχεία όπως βάσεις δεδομένων, λογιστικά παραστατικά, τιμολόγια, πελατολόγια, αρχεία καταγραφής συστήματος και στοιχεία συναλλαγών σε κρυπτονομίσματα δεν αποτελούν προστατευμένη καταρχάς επικοινωνία. Τα δεδομένα αυτά υπόκεινται στους γενικούς κανόνες της κατάσχεσης του άρθρου 265 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και στην προστασία της ιδιωτικής ζωής κατά το άρθρο 9Α του Συντάγματος, χωρίς να δεσμεύονται από τα χρονικά όρια του νόμου για την άρση του απορρήτου.

Το σκεπτικό του βουλεύματος απέκρουσε κατηγορηματικά τη θεωρία της «μόλυνσης διά της γειτνίασης», τονίζοντας ότι ένα εμπορικό αρχείο ή μια βάση δεδομένων δεν αποκτά συνταγματικό επικοινωνιακό απόρρητο απλώς και μόνο επειδή έτυχε να είναι αποθηκευμένο στον ίδιο σκληρό δίσκο δίπλα σε μηνύματα του Viber ή του Signal. Μια τέτοια παραδοχή, επεσήμανε το δικαστήριο, θα καθιστούσε πρακτικά αδύνατη τη διερεύνηση κάθε υποθέσεως οικονομικού εγκλήματος, καθώς θα αρκούσε η ύπαρξη λίγων συνομιλιών για να αχρηστευθεί ολόκληρος ο κατασχεθείς ηλεκτρονικός εξοπλισμός. Έτσι, το Συμβούλιο ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και διέταξε το 7ο Τμήμα της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών να προχωρήσει σε τριπλή ταξινόμηση του υλικού: σε καθαρά επικοινωνιακό υλικό, σε μη επικοινωνιακό υλικό και σε μικτό υλικό. Για το μικτό υλικό, όπως για παράδειγμα τα δελτία τεχνικής υποστήριξης όπου συνυπάρχουν αυτοματοποιημένες καταγραφές συστήματος με μηνύματα χρηστών, ζητήθηκε να διακριβωθεί αν είναι τεχνικά εφικτός ο ασφαλής διαχωρισμός τους χωρίς αλλοίωση των δεδομένων.

Η προσέγγιση αυτή συγκεντρώνει σημαντικά επιχειρήματα, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα και σοβαρούς προβληματισμούς. Στα θετικά της απόφασης καταγράφεται η εξαιρετική δογματική ισορροπία που επιτυγχάνεται. Από τη μία πλευρά, διαφυλάσσονται στο ακέραιο οι εγγυήσεις του κράτους δικαίου και η δεσμευτικότητα της αναιρετικής νομολογίας, καθώς καμία παράνομη επικοινωνία δεν θα μπορέσει να αξιοποιηθεί εις βάρος του κατηγορουμένου. Από την άλλη, διασώζεται η ικανότητα της πολιτείας να διώκει το οργανωμένο και οικονομικό έγκλημα, εμποδίζοντας τους κατηγορούμενους να εκμεταλλευτούν τις παραλείψεις των δικαστικών διατάξεων για να εξαφανίσουν αμιγώς φορολογικά και εμπορικά ενοχοποιητικά πειστήρια.

Στον αντίποδα, οι επιφυλάξεις εστιάζουν στις τεράστιες πρακτικές δυσχέρειες που προκαλεί αυτή η ενδιάμεση λύση. Η παραπομπή του υλικού εκ νέου στα εγκληματολογικά εργαστήρια για αναλυτική καταλογογράφηση ανά πεδίο και εγγραφή δημιουργεί έναν απέραντο τεχνικό λαβύρινθο, επιβαρύνοντας δραματικά τους χρόνους απονομής της δικαιοσύνης. Ελλοχεύει επίσης ο κίνδυνος να ανακύψουν ατέρμονες νομικές αμφισβητήσεις σχετικά με το αν ορισμένα δεδομένα, όπως οι καταχωρίσεις IP ή οι εσωτερικές σημειώσεις διαχειριστών, συνιστούν εξωτερικά στοιχεία επικοινωνίας ή απλά τεχνικά δεδομένα λειτουργίας, ανοίγοντας νέο κύκλο ενστάσεων.

Οι επιπτώσεις αυτής της νομολογίας στις εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις αναμένεται να είναι σεισμικές. Δεκάδες δικογραφίες μείζονος σημασίας για διαφθορά, οικονομικό έγκλημα, απάτες και υποθέσεις οργανωμένου εγκλήματος, οι οποίες στηρίχθηκαν σε μαζικές κατασχέσεις κινητών τηλεφώνων και υπολογιστών χωρίς να τηρηθούν αυστηρά τα χρονικά πλαίσια άρσης του απορρήτου, βρίσκονται πλέον σε καθεστώς άμεσης αναθεώρησης. Οι συνήγοροι υπεράσπισης αποκτούν ένα ισχυρό όπλο για να ζητήσουν την ακύρωση και τον αποχωρισμό όλων των απομαγνητοφωνημένων συνομιλιών και μηνυμάτων από εφαρμογές τύπου WhatsApp, Signal ή Viber που εκτείνονται πέραν των δέκα ή δώδεκα μηνών.

Ωστόσο, το μοντέλο του βουλεύματος 151/2026 βάζει φρένο στην ολοκληρωτική κατάρρευση των κατηγορητηρίων. Με το να ορίζει ότι τα τραπεζικά παραστατικά, οι πίνακες πληρωμών, τα συμβόλαια και τα αρχεία συναλλαγών διαχωρίζονται χειρουργικά και παραμένουν ανέπαφα ως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, το δικαστικό συμβούλιο προσφέρει έναν οδικό χάρτη για τη διάσωση των ουσιαστικών αποδείξεων. Η παρακαταθήκη που αφήνει η κρίση αυτή, με τη σφραγίδα του Χρήστου Ντζούρα στην εισαγγελική πρόταση και των Δικαστών, Βασιλικής Κατσούλα, Κωνσταντίνου Αδαμαντόπουλου και Κωνσταντίνου Ρόκου στη δικαστική σύνθεση, καθιερώνει μια νέα εποχή ψηφιακής δικονομίας, όπου τα συνταγματικά δικαιώματα δεν γίνονται άλλοθι ασυλίας, αλλά ούτε και οι διωκτικές αρχές μπορούν να κινούνται χωρίς κανόνες στον ανεξέλεγκτο ψηφιακό βυθό, ιδίως επί εποχής Predator.

Περισσότερα
Σχετικά
Προτεινόμενα

0 Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

FAQ Media

Good Life

Ενέργεια