- Μια απόφαση κεφαλαιώδους σημασίας για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (EPPO), τις «σύνθετες διοικητικές διαδικασίες» στην ΕΕ και τη θεσμική σύγκρουση μεταξύ εθνικής νομοθεσίας και ενωσιακού δικαίου εξέδωσε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Τέταρτο Τμήμα).
Η υπόθεση αφορά την προσφυγή Έλληνα Εφέτη κατά του Συμβουλίου της ΕΕ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, με την οποία προσέβαλε τον διορισμό του Έλληνα Ευρωπαίου Εισαγγελέα (Απόφαση 2023/1335 του Συμβουλίου) και κατήγγειλε την άρνηση της Κομισιόν να εκκινήσει διαδικασία επί παραβάσει κατά της Ελλάδας.
1. Η θεσμική αντίφαση: Κανονισμός 2017/1939 vs. Νόμος 4786/2021
Στον πυρήνα της διαφοράς βρίσκεται μια κραυγαλέα διαφοροποίηση του εθνικού νομοθέτη από το ευρωπαϊκό πλαίσιο:
Το ενωσιακό δίκαιο (Άρθρο 16 παρ. 1 Κανονισμού 2017/1939): Ορίζει ρητά και απερίφραστα ότι υποψήφιοι για τη θέση του Ευρωπαίου Εισαγγελέα είναι ενεργά μέλη της εισαγγελικής αρχής ή του δικαστικού σώματος («active members of the public prosecution service or judiciary»).
Ο ελληνικός εφαρμοστικός νόμος (Άρθρο 4 παρ. 1 Ν. 4786/2021): Περιόρισε αυθαίρετα το δικαίωμα υποψηφιότητας αποκλειστικά και μόνο σε εισαγγελικούς λειτουργούς (από Εισαγγελέα Πρωτοδικών με 5ετία έως Εισαγγελέα Εφετών), αποκλείοντας συλλήβδην τους τακτικούς δικαστές.
Με βάση αυτή την εθνική διάταξη, το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο (ΑΔΣ) απέρριψε στις 20.12.2022 την υποψηφιότητα του προσφεύγοντος Εφέτη ως απαράδεκτη.
2. Η εφαρμογή του δόγματος Berlusconi (C-219/17) και η έλλειψη δικαιοδοσίας του ΔΕΕ
Το ΔΕΕ επικύρωσε τη διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου (T-411/23) και απέρριψε την αναίρεση του Έλληνα δικαστή, εδράζοντας την κρίση του σε πάγιες αρχές κατανομής δικαιοδοσίας:
Αποκλειστική εθνική αρμοδιότητα υπόδειξης: Στο πλαίσιο της σύνθετης διαδικασίας διορισμού, το κράτος-μέλος διαθέτει αποκλειστική εξουσία να υποδείξει τον κατάλογο των τριών υποψηφίων.
Δέσμευση των ευρωπαϊκών οργάνων: Ούτε το Συμβούλιο της ΕΕ ούτε η Επιτροπή Επιλογής (Selection Panel) έχουν εξουσία να επιλέξουν πρόσωπα εκτός της εθνικής πρότασης ή να υπεισέλθουν στους λόγους για τους οποίους η εθνική αρχή απέρριψε άλλες αιτήσεις στο εσωτερικό στάδιο.
Όρια του άρθρου 263 ΣΛΕΕ: Εφόσον η εθνική πράξη είναι δεσμευτική για το ενωσιακό όργανο, τα Δικαστήρια του Λουξεμβούργου δεν έχουν δικαιοδοσία να ελέγξουν παρεμπιπτόντως τη νομιμότητα της πράξης του ΑΔΣ ή τη συμβατότητα του Ν. 4786/2021 με τον Κανονισμό.
3. Τι ΔΕΝ έκρινε το ΔΕΕ
Η απόρριψη της αναίρεσης δεν συνιστά επικύρωση της νομιμότητας του ελληνικού νόμου. Το ΔΕΕ δεν αποφάνθηκε ότι ορθώς αποκλείστηκαν οι Έλληνες τακτικοί δικαστές. Αποφάνθηκε αποκλειστικά ότι ο δικαστικός έλεγχος αυτής της παρανομίας δεν μπορεί να εισαχθεί πρωτογενώς στο Γενικό Δικαστήριο της ΕΕ μέσω ακυρωτικής προσφυγής κατά της τελικής απόφασης του Συμβουλίου.
4. Η προσφυγή κατά παράλειψη (Άρθρο 265 ΣΛΕΕ)
Ορθά και αναμενόμενα επιβεβαιώθηκε η πάγια νομολογία σύμφωνα με την οποία φυσικά ή νομικά πρόσωπα δεν νομιμοποιούνται ενεργητικά να ασκήσουν προσφυγή κατά παράλειψης εναντίον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής επειδή αρνήθηκε να εκκινήσει διαδικασία επί παραβάσει (άρθρο 258 ΣΛΕΕ) κατά κράτους-μέλους. Η άσκηση αυτής της αρμοδιότητας ανήκει στην απόλυτη διακριτική ευχέρεια της Κομισιόν.
5. Το μέτωπο μεταφέρεται στο Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ)
Το Δικαστήριο του Λουξεμβούργου υπέδειξε ευθέως τη θεσμική οδό: το βάρος του ουσιαστικού ελέγχου πέφτει στα εθνικά δικαστήρια.
Καθώς ο αποκλεισθείς Εφέτης έχει ήδη προσφύγει στο Συμβούλιο της Επικρατείας κατά της απορριπτικής απόφασης του ΑΔΣ, εκεί θα δοθεί η πραγματική μάχη:
Το ΣτΕ οφείλει να ελέγξει αν το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 4786/2021 παραβιάζει ευθέως την υπερκείμενη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939.
Βάσει της αρχής της υπεροχής και της άμεσης εφαρμογής των ευρωπαϊκών Κανονισμών, ο αντίθετος εθνικός νόμος οφείλει να παραμεριστεί ως ανίσχυρος.
Σε περίπτωση αμφιβολίας, το ΣτΕ υποχρεούται, ως δικαστήριο τελευταίου βαθμού, να αποστείλει προδικαστικό ερώτημα (άρθρο 267 ΣΛΕΕ) στο ΔΕΕ για το εάν ένα κράτος-μέλος έχει την ευχέρεια να περιορίζει την κατηγορία των υποψηφίων αποκλείοντας τους δικαστές, όταν ο Κανονισμός τους εξισώνει ρητά με τους εισαγγελείς.
Η απόφαση C-507/24 P επιβεβαιώνει τη δογματική συνέπεια της ενωσιακής νομολογίας, υπενθυμίζοντας ταυτόχρονα ότι η προστασία του κράτους δικαίου και η τήρηση των ευρωπαϊκών κανονισμών δεν διασφαλίζονται με θεσμικές παρακάμψεις, αλλά ξεκινούν υποχρεωτικά από τις εθνικές δικαιοδοσίες.









0 Σχόλια
Αφήστε ένα σχόλιο