- Το βαρύ πένθος δεν αφήνει μόνο ψυχικά τραύματα, αλλά μπορεί να αποδειχθεί επικίνδυνο και για την καρδιά, σύμφωνα με νέα επιστημονική μελέτη που συνδέει την έντονη θλίψη με αυξημένο κίνδυνο θανάτου μέσα στην επόμενη δεκαετία.
Οι περισσότεροι άνθρωποι, όσο επώδυνη κι αν είναι η διαδικασία του πένθους, καταφέρνουν τελικά να προσαρμοστούν στη νέα πραγματικότητα. Ωστόσο, για ορισμένους η θλίψη μπορεί να προκαλέσει την καρδιομυοπάθεια Takotsubo, γνωστή και ως σύνδρομο της ραγισμένης καρδιάς.
Η πάθηση αυτή παρουσιάζει συμπτώματα που μοιάζουν με εκείνα μιας καρδιακής προσβολής, χωρίς όμως να οφείλεται σε απόφραξη των στεφανιαίων αρτηριών. Αντίθετα, προκαλείται από προσωρινή αποδυνάμωση του καρδιακού μυός, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να οδηγήσει ακόμη και στον θάνατο. Όπως διαπίστωσαν οι ερευνητές, «Οι πενθούντες συγγενείς με έντονα συμπτώματα πένθους φάνηκε πως διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο θανάτου εντός δεκαετίας».
Οι ειδικοί εξηγούν ότι η έντονη θλίψη προκαλεί απότομη αύξηση των ορμονών του στρες, όπως η αδρεναλίνη και η κορτιζόλη. Οι ορμόνες αυτές μπορούν να επηρεάσουν τη λειτουργία της καρδιάς, προκαλώντας προσωρινή δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας. Η χαρακτηριστική αυτή παραμόρφωση δίνει στην καρδιά σχήμα που θυμίζει το ιαπωνικό αγγείο «takotsubo», από το οποίο πήρε και το όνομά της η πάθηση.
Τα συχνότερα συμπτώματα είναι ο πόνος στο στήθος, η δύσπνοια και οι διαταραχές του καρδιακού ρυθμού. Οι περισσότεροι ασθενείς αναρρώνουν μέσα σε λίγες εβδομάδες, ωστόσο στις πιο σοβαρές περιπτώσεις μπορεί να εμφανιστούν επιπλοκές, όπως καρδιακή ανεπάρκεια, αρρυθμίες ή ακόμη και θάνατος.
Για τις ανάγκες της έρευνας εξετάστηκαν περισσότεροι από 1.700 συμμετέχοντες, οι οποίοι χωρίστηκαν σε ομάδες ανάλογα με την ένταση των συμπτωμάτων πένθους. Οι επιστήμονες αξιολόγησαν εννέα βασικούς δείκτες, όπως η βαθιά θλίψη, η νοσταλγία, οι ενοχές, ο θυμός, το συναισθηματικό μούδιασμα, η δυσκολία αποδοχής της απώλειας, τα σωματικά συμπτώματα που σχετίζονται με το στρες, οι δυσκολίες συγκέντρωσης και οι συμπεριφορές αποφυγής.
Οι συμμετέχοντες με υψηλά επίπεδα πένθους εμφάνιζαν περισσότερα από τα μισά από αυτά τα συμπτώματα. Όπως αναφέρουν οι ερευνητές, «Οι άνθρωποι με έντονο πένθος βιώνουν συναισθηματικό μούδιασμα και σκέφτονται πως η ζωή δεν έχει κανένα νόημα».
Οι συμμετέχοντες συμπλήρωσαν ερωτηματολόγια κατά την έναρξη της μελέτης, έξι μήνες αργότερα και έπειτα από τρία χρόνια, επιτρέποντας στους επιστήμονες να παρακολουθήσουν την εξέλιξη της ψυχικής και σωματικής τους κατάστασης. Παράλληλα, διαπιστώθηκε ότι όσοι βίωναν πιο έντονο πένθος χρησιμοποιούσαν συχνότερα υπηρεσίες ψυχικής υγείας, πρωτοβάθμιας περίθαλψης και αντικαταθλιπτική αγωγή.
Τα αποτελέσματα ήταν ιδιαίτερα εντυπωσιακά: το 26,5% των ατόμων με υψηλά επίπεδα πένθους είχε αποβιώσει μέσα σε διάστημα δέκα ετών, έναντι μόλις 7,3% όσων εμφάνιζαν ηπιότερα συμπτώματα.
Η μελέτη έδειξε ακόμη ότι οι γυναίκες, ιδιαίτερα μετά την εμμηνόπαυση, εμφανίζουν συχνότερα το σύνδρομο της ραγισμένης καρδιάς. Ωστόσο, οι άνδρες αντιμετωπίζουν περίπου διπλάσιο κίνδυνο θανάτου από τις επιπλοκές του, γεγονός που οι ερευνητές αποδίδουν στις διαφορετικές αντιδράσεις απέναντι στο έντονο συναισθηματικό στρες.
Οι επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι τα ευρήματα αναδεικνύουν την ανάγκη έγκαιρου εντοπισμού και υποστήριξης των ανθρώπων που βιώνουν βαρύ πένθος, ώστε να περιοριστούν οι σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία τους και να προληφθούν θάνατοι που θα μπορούσαν να αποφευχθούν.








0 Σχόλια
Αφήστε ένα σχόλιο