- Το θεσμικό ζήτημα δεν είναι ότι η ΕνΔΕ υπερασπίστηκε πρόσωπο που θεώρησε ότι αδικήθηκε – Το πρόβλημα είναι ότι δεν επιδεικνύει την ίδια ταχύτητα, ένταση και ευαισθησία για όλους
Με τον πρωτοφανή τίτλο «ΑΘΛΙΟΤΗΤΕΣ!», η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων απάντησε σε δημοσίευμα ημερήσιας εφημερίδας, που δεν κατονομάζεται, σχετικά με την τοποθέτηση προσώπου σε υπηρεσία της Μόνιμης Ελληνικής Αντιπροσωπείας στις Βρυξέλλες και τις αποδοχές που συνοδεύουν τη συγκεκριμένη θέση.
Η Ένωση υποστηρίζει ότι το πρόσωπο αυτό δεν έχει εδώ και δεκαοκτώ χρόνια καμία σχέση με μέλος του Προεδρείου, δεν διαθέτει οποιαδήποτε ιδιότητα στην ΕνΔΕ και ότι η υπηρεσιακή του κατάσταση διαμορφώθηκε αποκλειστικά από τα αρμόδια όργανα. Παράλληλα, επικαλείται την προστασία του ιδιωτικού και οικογενειακού βίου και επιφυλάσσεται για την άσκηση κάθε νόμιμου δικαιώματος, σε συλλογικό επίπεδο.
Το ζήτημα δεν είναι ότι η Ένωση παρενέβη και στηλίτευσε. Κάθε θεσμικός φορέας δικαιούται -και ορισμένες φορές οφείλει- να διορθώνει ανακριβείς πληροφορίες, να προστατεύει πρόσωπα από αθέμιτη διαπόμπευση και να υπερασπίζεται θεμελιώδη δικαιώματα. Ούτε μπορεί να υποστηριχθεί ότι ένας άνθρωπος χάνει το δικαίωμα προστασίας της ιδιωτικής του ζωής, επειδή κάποτε συνδεόταν οικογενειακά με δικαστικό λειτουργό.
Το πρόβλημα εντοπίζεται αλλού: στην επιλεκτικότητα, στην απουσία σταθερών κριτηρίων και στην εντυπωσιακή διαφορά έντασης ανάμεσα στις διαχρονικές ανακοινώσεις της Ένωσης.
Ένας θεσμός δεν μπορεί να προστατεύει «α λα καρτ» και να λησμονεί τους υπόλοιπους
Δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί έχουν επανειλημμένα βρεθεί στο επίκεντρο σκληρών και προσωποποιημένων δημοσιευμάτων. Σε αρκετές περιπτώσεις η κριτική αφορούσε πράξεις, αποφάσεις και εισαγγελικές διατάξεις και, συνεπώς, εντασσόταν στον θεμιτό δημόσιο έλεγχο. Σε άλλες περιπτώσεις, όμως, η αντιπαράθεση μετακινήθηκε από την κριτική των υπηρεσιακών ενεργειών στην προσωπική απαξίωση και στη διαπόμπευση, στην λεγόμενη δολοφονία της προσωπικότητάς τους.
Τα ονόματα του Πρωτοδίκη, Νικολάου Ασκιανάκη, του Εισαγγελέα, Δημήτριου Παυλίδη, της Εισαγγελέως, Πόπης Παπανδρέου, του Εφέτη, Δημήτριου Σκουτέρη, της Εισαγγελέως Εφετών, Ειρήνης Τζίβα, του πρ. Αντιπροέδρου του ΣτΕ, Χρήστου Ράμμου, του πρώην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνου Τζαβέλλα, του σημερινού Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Ευάγγελου Μπακέλα, και πολλών ακόμη δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών έχουν βρεθεί, σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, στο κέντρο οξύτατων δημοσιευμάτων και δημόσιων αναφορών.
Εκτός κι εάν η σιωπή της Ένωσης ή η χλιαρή στάση της σε κάποιες περιπτώσεις, δύναται να εκληφθεί σιωπηρά ως θέση της, ότι οι θιγόμενοι δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί ήταν ελεγκτέοι κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.
Κανείς δεν υποστηρίζει ότι η Ένωση πρέπει να απαντά σε κάθε αρνητικό άρθρο ούτε ότι οι ανώτατοι δικαστικοί λειτουργοί πρέπει να μένουν στο απυρόβλητο. Το ακριβώς αντίθετο: οι πράξεις τους πρέπει να ελέγχονται αυστηρά, ιδίως όταν αφορούν υποθέσεις μείζονος δημοσίου ενδιαφέροντος, πολλώ δε μάλλον όταν εμφανίζονται σκοτεινά σημεία, που χρήζουν διερεύνησης και θεσμικής λογοδοσίας.
Άλλο, όμως, η τεκμηριωμένη κριτική μιας δικαστικής πράξης και άλλο η προσωπική διαπόμπευση. Εάν η Ένωση θεωρεί ότι οφείλει να προστατεύει τα θιγόμενα πρόσωπα στη δεύτερη περίπτωση, πρέπει να το πράττει με ίσα μέτρα και σταθμά, και πάντοτε με θεσμική γλώσσα και αποτύπωση.
Η παρέμβαση για την Πόπη Παπανδρέου
Καταρχάς πρέπει να σημειωθεί ότι η ΕνΔΕ πράγματι αντέδρασε στις 16 Απριλίου 2026 στις δηλώσεις του Υπουργού Υγείας Άδωνι Γεωργιάδη κατά της Ελληνίδας Ευρωπαίας Εντεταλμένης Εισαγγελέως, Πόπης Παπανδρέου.
Η συγκεκριμένη παρέμβαση ήταν θεσμικά εύλογη και αποδεικνύει ότι η Ένωση μπορεί να αντιδρά όταν θεωρεί ότι μια εισαγγελική λειτουργός στοχοποιείται εξαιτίας της υπηρεσιακής της δράσης. Δεν απαντά, όμως, στο βασικό ερώτημα: γιατί η ίδια προστατευτική στάση δεν αποτελεί σταθερό κανόνα για όλους;
Μία μεμονωμένη παρέμβαση δεν αρκεί για να αναιρέσει την εικόνα επιλεκτικών αντιδράσεων, όταν σε άλλες περιπτώσεις η Ένωση σιωπά ή περιορίζεται σε πολύ ηπιότερους τόνους.
Ο Κουφοντίνας, ο ανθρωπισμός και η σιωπή για τον απεργό των Προσφυγικών
Τον Φεβρουάριο του 2021 η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων απηύθυνε έκκληση στην Πολιτεία να αναθεωρήσει τη στάση της απέναντι στον απεργό πείνας, Δημήτρη Κουφοντίνα, επικαλούμενη την επιείκεια, τον ουμανισμό και την ανάγκη προστασίας της ανθρώπινης ζωής.
Η παρέμβαση αυτή δεν πρέπει να επικριθεί. Αντιθέτως, η υπεράσπιση της ζωής και της υγείας ενός κρατουμένου, ανεξάρτητα από τα εγκλήματα για τα οποία καταδικάστηκε, αποτελεί στάση συμβατή με τον νομικό πολιτισμό και την αρχή της ανθρώπινης αξίας.
Ακριβώς, όμως, επειδή η τότε παρέμβαση στηρίχθηκε στον ουμανισμό, ασχέτως εάν κατακρίθηκε από την μεγάλη πλειοψηφία των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, προκαλεί απορία η απουσία αντίστοιχης δημόσιας ευαισθησίας στην περίπτωση του Αριστοτέλη Χαντζή, κατοίκου της Κοινότητας των Προσφυγικών της Λεωφόρου Αλεξάνδρας.
Ο Αριστοτέλης Χαντζής πραγματοποίησε απεργία πείνας επί 140 ημέρες, ζητώντας την ακύρωση της σύμβασης που αφορούσε τα Προσφυγικά. Τον Ιούνιο του 2026 μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο «Γεννηματάς» σε κρίσιμη κατάσταση και, σύμφωνα με δημοσιευμένες πληροφορίες, εμφάνισε οξεία εγκεφαλοπάθεια Wernicke, διπλωπία, αταξία και σοβαρές ηλεκτρολυτικές διαταραχές.
Η Ένωση δεν ήταν υποχρεωμένη να υιοθετήσει τα αιτήματα του απεργού ούτε να πάρει θέση για την επίμαχη σύμβαση. Θα μπορούσε, όμως, εφαρμόζοντας την ίδια ανθρωπιστική αρχή που επικαλέστηκε το 2021, να ζητήσει την προστασία της ζωής του, θεσμικό διάλογο και άμεση αναζήτηση λύσης.
Ο ουμανισμός, για να είναι θεσμική αρχή, δεν μπορεί να εφαρμόζεται επιλεκτικά.
Χαμηλοί τόνοι για τη «φωτογραφική» παράταση των διοικήσεων
Η αντίφαση γίνεται εντονότερη εάν συγκριθεί η σημερινή ανακοίνωση με τη στάση της ΕνΔΕ απέναντι στη ρύθμιση του Υπουργείου Δικαιοσύνης για τις θητείες των διοικήσεων δικαστηρίων και εισαγγελιών.
Με το άρθρο 37 προβλέφθηκε αύξηση της διάρκειας των θητειών από δύο σε τρία έτη και, μέσω μεταβατικής διάταξης, παράταση έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2027 των υφιστάμενων διοικήσεων στα μεγάλα πολιτικά δικαστήρια της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και του Πειραιά, καθώς και συγκεκριμένων διευθύνσεων εισαγγελικών υπηρεσιών.
Η ίδια η ΕνΔΕ αναγνώρισε ότι οι επαναλαμβανόμενες παρατάσεις έχουν ξεπεράσει τα όρια της εξαίρεσης και αποκτούν χαρακτηριστικά «ουσιαστικής κατάργησης του αυτοδιοίκητου». Επισήμανε ακόμη ότι η ρύθμιση δεν είχε τεθεί σε διαβούλευση και ότι στερεί από δικαστικούς λειτουργούς το δικαίωμα συμμετοχής στην επιλογή των διοικήσεών τους.
Η Ένωση δεν χρησιμοποίησε έναν τίτλο ανάλογο του «ΑΘΛΙΟΤΗΤΕΣ!», δεν προανήγγειλε δικαστικές ενέργειες και δεν ζήτησε την απόδοση συγκεκριμένων πολιτικών ευθυνών του Υπουργού Δικαιοσύνης, Γιώργου Φλωρίδη. Αρκέστηκε, μεταξύ άλλων, να ζητήσει δέσμευση του Υπουργείου ότι η συγκεκριμένη παράταση θα είναι η τελευταία, πράγμα που εν γνώσει της δεν είναι νομικά δεσμευτικό.
Δηλαδή, για μια διάταξη που η ίδια η Ένωση συνέδεσε με την «ουσιαστική κατάργηση του αυτοδιοίκητου» -και η οποία, λόγω της παράτασης συγκεκριμένων υφιστάμενων διοικήσεων μέχρι το 2027, επικρίθηκε ως φωτογραφική- επελέγη θεσμική αυτοσυγκράτηση και ανοχή.
Για ένα δημοσίευμα που αφορούσε πρόσωπο συνδεόμενο στο παρελθόν με μέλος του Προεδρείου, το οποίο θα μπορούσε να ασκήσει ατομικά τα νόμιμα δικαιώματά του, εάν θεωρεί πως προσβάλλεται η προσωπικότητά του, επελέγη η μέγιστη δυνατή αντίδραση, που δεν συνάδει με τη δικαστική λειτουργία, ακόμη και σε επίπεδο συνδικαλισμού.
Το αίτημα δεν είναι περισσότερη σιωπή, αλλά περισσότερη συνέπεια και εξωτερική αμεροληψία
Το ζητούμενο δεν είναι να εγκαταλείψει η Ένωση οποιονδήποτε θεωρεί ότι αδικήθηκε. Το ζητούμενο είναι να επιδεικνύει την ίδια ευαισθησία για όλους, χωρίς προσωπικές, παραταξιακές ή συγκυριακές διαβαθμίσεις.
Η θεσμική προστασία δεν μπορεί να εξαρτάται από την εγγύτητα του θιγομένου προς το εκάστοτε Προεδρείο. Ούτε η ένταση μιας ανακοίνωσης μπορεί να μεταβάλλεται ανάλογα με το πρόσωπο, την πολιτική συγκυρία ή τον αποδέκτη της κριτικής.
Γιατί η θεσμική ευαισθησία, όπως και ο ανθρωπισμός, είτε ισχύει για όλους είτε παύει να αποτελεί αρχή και μετατρέπεται σε επιλογή. Γιατί η θεσμική ευαισθησία δεν μπορεί να είναι αλά καρτ. Και η «αθλιότητα» δεν μπορεί να μετριέται με «μεζούρα» την απόσταση του θιγομένου από το εκάστοτε Προεδρείο.








0 Σχόλια
Αφήστε ένα σχόλιο