Zorro Justice

Άρειος Πάγος: Η προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών στα χέρια εγκληματιών του λευκού κολάρου

Άρειος Πάγος: Η προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών στα χέρια εγκληματιών του λευκού κολάρου
  • Ο Άρειος Πάγος έκρινε πρόσφατα ότι όσα ειπώθηκαν σε Viber, Signal ή Skype παραμένουν συνταγματικά απόρρητα και αφού σβήσει η οθόνη. Η απόφαση πέρασε σχεδόν στα ψιλά – κι όμως αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο οι διωκτικές αρχές επεμβαίνουν σε ένα κατασχεμένο τηλέφωνο. Δημοσιεύθηκε λίγες εβδομάδες μετά τις πρώτες καταδίκες για το Predator.

Οκτώ το πρωί, σε ένα διαμέρισμα στην Αθήνα. Αστυνομικοί της Διεύθυνσης Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, παρουσία δικαστικού λειτουργού, εκτελούν Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας από τη Νάπολη. Την ίδια ώρα, κατά τη ρητή πρόβλεψη της ανακριτικής διάταξης, γίνονται παράλληλες έφοδοι σε Γαλλία, Ολλανδία, Βουλγαρία, Μάλτα και Γερμανία.

Ο στόχος δεν είναι κάποιος τρομοκράτης, ούτε κάποιος έμπορος ναρκωτικών. Είναι, κατά τις ιταλικές αρχές, ένας από τους ανθρώπους πίσω από ένα πανευρωπαϊκό δίκτυο πειρατικής αναμετάδοσης συνδρομητικής τηλεόρασης, που από το 2015 φέρεται να είχε κερδίσει πάνω από δέκα εκατομμύρια ευρώ, απλωμένο σε οκτώ χώρες και χιλιάδες διακομιστές.

Φεύγοντας, οι αστυνομικοί παίρνουν μαζί τους εσωτερικούς σκληρούς δίσκους, έναν δίσκο SSD, έναν φορητό υπολογιστή και εξωτερικά μέσα αποθήκευσης. Έναν χρόνο αργότερα, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών διατάσσει το «άνοιγμά» τους. Δύο χρόνια μετά, η Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών παραδίδει την έκθεσή της. Στα παραρτήματα βρίσκεται το ιστορικό συνομιλιών από Viber, Signal και Skype.

Από αυτή τη διαδρομή – από ένα διαμέρισμα της Αθήνας μέχρι ένα εργαστήριο ψηφιακών πειστηρίων – γεννήθηκε ίσως μία από τις σημαντικότερες αποφάσεις για την ψηφιακή ιδιωτικότητα που έχει εκδώσει ποτέ ελληνικό δικαστήριο.

«Άπαξ και στιγμιαία»
Ένας εκ των κατηγορουμένων ζήτησε να αποσυσχετιστεί η έκθεση από τη δικογραφία. Το επιχείρημά του στηριζόταν στο ότι το βούλευμα που επέτρεψε το άνοιγμα των δίσκων είχε, κατά νόμο, δίμηνη ισχύ. Η εργαστηριακή εξέταση, όμως, είχε γίνει πολύ αργότερα.

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό, το 2024, με το σκεπτικό ότι το άνοιγμα ενός σκληρού δίσκου δεν συνιστά παρακολούθηση. Αφορά εγγραφές που έχουν ήδη γίνει και διενεργείται «άπαξ και στιγμιαία». Άρα δεν χρειάζεται δίμηνο, ούτε παρατάσεις, ούτε ανώτατο όριο.

Πίσω από αυτή τη διατύπωση κρύβεται μια ολόκληρη θεωρία, ότι δηλαδή το μήνυμα, μόλις παραδοθεί, παύει να είναι επικοινωνία και γίνεται αρχείο. Χαρτί σε συρτάρι. Και τα συρτάρια, στο ποινικό δίκαιο, ανοίγουν πολύ πιο εύκολα από τα τηλέφωνα.

Η στροφή
Το 2025 το ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου θέλησε να πάει ένα βήμα παραπέρα. Δέχθηκε ότι τα παρελθοντικά στοιχεία επικοινωνίας που βρίσκονται στον τερματικό εξοπλισμό ενός χρήστη – περιεχόμενο και μεταδεδομένα – δεν προστατεύονται καθόλου από το απόρρητο των επικοινωνιών. Ότι ο εξοπλισμός μπορεί να κατασχεθεί και να ερευνηθεί με τις κοινές διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, «χωρίς οποιονδήποτε χρονικό περιορισμό».

Επειδή όμως η θέση αυτή συγκρουόταν με δύο αποφάσεις που η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου είχε εκδώσει το 2024, η υπόθεση παραπέμφθηκε στην Πλήρη Ποινική Ολομέλεια.

Τι έκρινε το Δικαστήριο
Η Ολομέλεια απάντησε σε δύο ερωτήματα, και οι δύο απαντήσεις είναι ιδιαίτερα σημαντικές.

Πρώτον: στο απόρρητο του άρθρου 19 του Συντάγματος υπάγονται και τα στοιχεία επικοινωνίας – τόσο το περιεχόμενο όσο και τα μεταδεδομένα – που βρίσκονται αποθηκευμένα μέσα στον ψηφιακό εξοπλισμό του χρήστη. Για να τα αξιολογήσει η ανάκριση, πρέπει να τηρηθεί η διαδικασία άρσης του απορρήτου.

Το Δικαστήριο απέρριψε ρητά τη διάκριση ανάμεσα σε «περιεχόμενο» και «εξωτερικά στοιχεία», όπως και τη διάκριση ανάμεσα σε δημόσια και ιδιωτικά δίκτυα. Προστατευόμενο αγαθό, είπε, είναι το απόρρητο της επικοινωνίας, όχι το δίκτυο μέσα από το οποίο αυτό ταξίδεψε. Η λήξη της επικοινωνίας δεν ταυτίζεται με το πέρας της προστασίας της.

Δεύτερον: η άρση δεν διατάσσεται εφάπαξ για όσο χρόνο βολεύει την έρευνα. Γίνεται διαδοχικά, ανά δίμηνο, με νέα κρίση κάθε φορά για το αν εξακολουθούν να συντρέχουν οι λόγοι – και με απόλυτο ανώτατο όριο τους δώδεκα μήνες υπό τον παλαιό νόμο του 1994, τους δέκα υπό τον σημερινό. Το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, που είχε καθορίσει το χρονικό εύρος της άρσης μονομιάς και για διάστημα μεγαλύτερο από το επιτρεπόμενο, χωρίς καμία παραδοχή για τη συνδρομή λόγων πέραν του πρώτου διμήνου, αναιρέθηκε για υπέρβαση εξουσίας.

Η μειοψηφία: «θα καταρρεύσουν υποθέσεις»
Σύμφωνα με τους δύο μειοψηφήσαντες Αρεοπαγίτες, το συνταγματικό απόρρητο υπάρχει επειδή, όσο το μήνυμα ταξιδεύει, οι συνομιλητές το έχουν χάσει από τα χέρια τους. Μόλις φτάσει, ο παραλήπτης ξαναποκτά τον έλεγχο – μπορεί να το σβήσει, να το κρυπτογραφήσει, να καταστρέψει τη συσκευή. Ο συνταγματικός νομοθέτης, λένε οι δύο δικαστές, ουδέποτε θέλησε να καλύψει το αρχείο επιστολών που κρατάει κάποιος στο σπίτι του. Ούτε το άλλαξε αυτό στις αναθεωρήσεις του 2001, του 2008 ή του 2019.

Αν το κινητό είναι συνταγματικά απόρρητο, τότε – υποστηρίζουν – οι ελεγκτές της Επιτροπής Ανταγωνισμού και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς δεν μπορούν πια να κατάσχουν και να ερευνούν συσκευές, αρμοδιότητες που η Ελλάδα θέσπισε συμμορφούμενη με ευρωπαϊκές οδηγίες. Οι υπηρεσίες ψηφιακών πειστηρίων, με χιλιάδες εκκρεμείς υποθέσεις, θα πρέπει να ερευνούν μια συσκευή για δύο μήνες, να σταματούν, να περιμένουν νέο βούλευμα, να ξαναρχίζουν. Στοιχεία για ανθρωποκτονία που τελέστηκε πριν από δύο χρόνια, ή για εγκληματική οργάνωση που έδρασε επί πενταετία, θα μένουν άθικτα, επειδή ξεπερνούν το δεκάμηνο. Και υποθέσεις που ήδη εκκρεμούν – η μειοψηφία αναφέρει ρητά τις υποθέσεις διακίνησης υλικού παιδικής πορνογραφίας – κινδυνεύουν με αποδεικτική κατάρρευση.

Η ένστασή τους, στην πιο καθαρή της μορφή, δεν είναι ότι η προστασία είναι λάθος. Είναι ότι μια τέτοια τομή έπρεπε να γίνει από τον νομοθέτη, οργανωμένα και με μεταβατικές διατάξεις, όχι με δικαστική επαναδιατύπωση του Συντάγματος.

Ο δρόμος από το Predator
Και εδώ η υπόθεση των πειρατικών καναλιών συναντά, χωρίς να το επιδιώκει, τη μεγαλύτερη δημοκρατική κρίση της τελευταίας δεκαετίας.

Ο νόμος που εφάρμοσε η Ολομέλεια είναι ο νόμος των υποκλοπών. Ψηφίστηκε τον Δεκέμβριο του 2022, μέσα στη δίνη του σκανδάλου, και το ίδιο του το πρώτο άρθρο θέτει ως σκοπό, μεταξύ άλλων, «την προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών από λογισμικά παρακολούθησης». Στον κατάλογο των αδικημάτων για τα οποία επιτρέπεται πλέον άρση απορρήτου προστέθηκε και η διάταξη του Ποινικού Κώδικα για τα λογισμικά και τις συσκευές παρακολούθησης.

Το Predator, όμως, δεν ήταν τηλεφωνική υποκλοπή με την «μεσαιωνική» έννοια του καλωδίου. Ήταν εισβολή στη συσκευή. Δεν χρειαζόταν πάροχο, δεν περνούσε από την ΑΔΑΕ, δεν άφηνε ίχνος σε καμία διαδικασία άρσης – ακριβώς επειδή «γράπωνε» το ίδιο το τηλέφωνο, όχι τη γραμμή. Και το έκανε γιατί εκεί διεξάγεται σήμερα κυρίως η επικοινωνία, στο Viber, στο Signal και στο WhatsApp, υπηρεσίες κρυπτογραφημένες από άκρο σε άκρο, αναγνώσιμες μόνο στην οθόνη.

Οι δύο υποθέσεις δεν έχουν μεν καμία δικονομική σχέση μεταξύ τους, αφού η μία αφορά πειρατική τηλεόραση, ενώ η άλλη εμπορία κατασκοπευτικού λογισμικού, αλλά η συνάντησή τους είναι εννοιολογική και χρονική. Στις 26 Φεβρουαρίου 2026, δηλαδή τρεις εβδομάδες πριν η Ολομέλεια διασκεφθεί, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών κήρυξε ενόχους τέσσερις επιχειρηματίες, εκπροσώπους των εταιρειών που εμπορεύονταν το Predator, επιβάλλοντας ποινές 126 ετών και 8 μηνών στον καθένα, με εκτιτέα τα οκτώ έτη. Η έφεση των κατηγορουμένων έχει προσδιοριστεί για τις 11 Δεκεμβρίου 2026.

Ενώ, λοιπόν, το ένα δικαστήριο έκρινε ποιος παραβίασε το απόρρητο, το άλλο έκρινε τι ακριβώς είναι αυτό που παραβιάστηκε.

Τι αλλάζει από αύριο
Πρώτα απ’ όλα, η νομολογία των δικαστικών συμβουλίων. Ένα βούλευμα που διατάσσει την έρευνα ενός κατασχεμένου τηλεφώνου δεν αρκεί να αναφέρει το αδίκημα και τη συσκευή στην οποία αφορά, αλλά πρέπει να ορίζει χρονικό εύρος, να το δικαιολογεί, και να ανανεώνεται ανά δίμηνο.

Κάθε συνήγορος σε εκκρεμή υπόθεση με ψηφιακά πειστήρια έχει από σήμερα ένα διαθέσιμο επιχείρημα ακυρότητας και σίγουρα το άρθρο 19 παρ. 3 του Συντάγματος, που απαγορεύει τη χρήση αποδεικτικών μέσων αποκτημένων κατά παράβασή του, δεν είναι διακοσμητικό.

Περισσότερα
Σχετικά
Προτεινόμενα

0 Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

FAQ Media

Good Life

Ενέργεια