Zorro Justice

Από το νεκροτομείο στο αμφιθέατρο: ποιος ελέγχει τους «ελεγκτές του θανάτου»;

Από το νεκροτομείο στο αμφιθέατρο: ποιος ελέγχει τους «ελεγκτές του θανάτου»;
  • Καταγγελίες για νεκροτομικό έργο σε αναστολή, αδιαφανή στελέχωση, άνισες επιστημονικές πρακτικές, ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις και συγκρούσεις συμφερόντων στο Εργαστήριο Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του ΕΚΠΑ. Οι υποθέσεις που συγκλόνισαν τη χώρα, οι ακαδημαϊκές εκλογές που γεννούν ερωτήματα και η ανάγκη για ανεξάρτητο έλεγχο σε όλα τα πανεπιστημιακά εργαστήρια.

Μετά τις συγκλονιστικές αποκαλύψεις για φαινόμενα διαφθοράς, διαπλοκής και αδιαφάνειας στις Ιατροδικαστικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Δικαιοσύνης, η έρευνά μας ανοίγει έναν δεύτερο, εξίσου κρίσιμο, φάκελο: τα Εργαστήρια Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας των ελληνικών πανεπιστημίων.

Πρώτος σταθμός είναι το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στην επίσημη ιστοσελίδα του Εργαστηρίου εμφανίζεται ως διευθύντρια η καθηγήτρια Χάιδω αλλιώς Χαρά Σπηλιοπούλου. Η αναφορά αυτή δεν προσωποποιεί εκ προοιμίου ευθύνη ούτε υποκαθιστά τον θεσμικό έλεγχο. Προσδιορίζει, όμως, ποιος έχει την επιστημονική και διοικητική ευθύνη να απαντήσει στα συγκεκριμένα ερωτήματα που ακολουθούν, και τα οποία θα πρέπει να απασχολήσουν και την αρμόδια Υπουργό Παιδείας, Σοφία Ζαχαράκη, γνωστή για την εντιμότητα και τις ευαισθησίες της.

Οι ιατροδικαστικές εκθέσεις δεν είναι απλές επιστημονικές απόψεις. Μπορούν να καθορίσουν αν ένας θάνατος θα ερευνηθεί ως ανθρωποκτονία ή θα κλείσει ως ατύχημα ή παθολογικό περιστατικό. Αν ένας τραυματισμός θα αποδοθεί σε εγκληματική βία ή θα υποβαθμιστεί. Αν ένας κατηγορούμενος θα παραπεμφθεί για κακούργημα ή θα τύχει ευνοϊκότερης ποινικής μεταχείρισης. Γι’ αυτό στα πανεπιστημιακά νεκροτομεία η ακαδημαϊκή αυτονομία δεν μπορεί να μετατρέπεται σε ζώνη μειωμένης λογοδοσίας.
Νεκροτομικό έργο σε αναστολή λόγω έλλειψης νεκροτόμου;

Σύμφωνα με πληροφορίες που έχουν τεθεί υπόψη της στήλης και ζητούν επίσημη επιβεβαίωση, η Θανατολογία του Εργαστηρίου του ΕΚΠΑ φέρεται εδώ και περίπου δύο μήνες να υπολειτουργεί ή να βρίσκεται ουσιαστικά σε αναστολή, λόγω έλλειψης νεκροτόμου. Αν η πληροφορία είναι ακριβής, οι συνέπειες δεν είναι εσωτερική υπόθεση του Πανεπιστημίου: οι ειδικευόμενοι στερούνται αναγκαίο εκπαιδευτικό έργο, ενώ οι προς νεκροτομή σοροί και οι αντίστοιχες δικογραφίες μεταφέρονται στην ήδη επιβαρυμένη Ιατροδικαστική Υπηρεσία Αθηνών και Πειραιώς.

Το ΕΚΠΑ και η Ιατρική Σχολή οφείλουν να γνωστοποιήσουν: από ποια ημερομηνία δεν διενεργούνται κανονικά νεκροτομές, πόσες εισαγγελικές παραγγελίες ανακατευθύνθηκαν, πόσες υποθέσεις καθυστέρησαν, πώς επηρεάστηκε η εκπαίδευση των ειδικευομένων και γιατί δεν είχε εξασφαλιστεί εγκαίρως αναπλήρωση σε μια απολύτως κρίσιμη θέση. Επιπλέον, γιατί τρεις νεκροτόμοι παραιτήθηκαν;

Μια σύμβαση που απαιτεί πλήρη διαφάνεια
Την ίδια στιγμή, πληροφορίες μας αναφέρουν ότι υπογράφηκε πρόσφατα σύμβαση για την κάλυψη καθηκόντων νεκροτόμου με πρόσωπο που φέρεται να έχει στενή συγγενική σχέση με ιδιοκτήτη γραφείου τελετών και να μη διαθέτει αποδεδειγμένη ειδική εκπαίδευση ή επαρκή προηγούμενη εμπειρία στο συγκεκριμένο αντικείμενο. Τα στοιχεία αυτά δεν έχουν επιβεβαιωθεί από δημόσια προσβάσιμη πράξη και, συνεπώς, διατυπώνονται ως καταγγελλόμενα και όχι ως αποδεδειγμένα γεγονότα.

Η συγγενική σχέση, από μόνη της, δεν αποδεικνύει παρανομία. Δημιουργεί όμως αυτονόητη ανάγκη αυξημένης διαφάνειας, όταν ο συμβαλλόμενος αποκτά πρόσβαση σε σορούς, προσωπικά δεδομένα, στοιχεία οικογενειών και πληροφορίες που μπορούν να ενδιαφέρουν οικονομικά γραφεία τελετών. Ποια ήταν η διαδικασία επιλογής; Υπήρξε δημόσια πρόσκληση; Πόσοι υποψήφιοι αξιολογήθηκαν; Ποια προσόντα ζητήθηκαν; Δηλώθηκε η συγγενική σχέση και ελέγχθηκε πιθανή σύγκρουση συμφερόντων; Υπάρχει ρητή απαγόρευση διαβίβασης πληροφοριών ή προσέγγισης συγγενών θανόντων; Αυτά δεν είναι υπαινιγμοί ενοχής. Είναι οι ελάχιστες εγγυήσεις που οφείλει να διαθέτει ένα δημόσιο πανεπιστημιακό νεκροτομείο.

Ένα Εργαστήριο, διαφορετικοί κανόνες

Σοβαρό ζήτημα ανακύπτει και από την απουσία ενιαίας πρακτικής μεταξύ των υπηρετούντων μελών ΔΕΠ. Κατά τις πληροφορίες μας, ορισμένοι ιατροδικαστές προβαίνουν σε σαφή ιατρική αξιολόγηση της βαρύτητας και της επικινδυνότητας των σωματικών κακώσεων, ενώ άλλοι περιορίζονται σε απλή περιγραφή, χωρίς περαιτέρω χαρακτηρισμό ιατρικώς των κακώσεων. Ορισμένοι φωτογραφίζουν τα κλινικά περιστατικά κατόπιν ενημερωμένης συναίνεσης, ενώ άλλοι δεν προβαίνουν συστηματικά σε φωτογραφική τεκμηρίωση.
Η τελική νομική υπαγωγή μιας βλάβης ανήκει ασφαλώς στις δικαστικές αρχές. Ο ιατροδικαστής, όμως, οφείλει να καταγράφει με ενιαία, ελέγξιμη μεθοδολογία, όλα τα επιστημονικώς κρίσιμα δεδομένα: μηχανισμό πρόκλησης, ενδεχόμενο κίνδυνο ζωής, λειτουργικές συνέπειες, χρόνο ίασης, ανάγκη παρακολούθησης και, όπου ενδείκνυται και επιτρέπεται, φωτογραφική αποτύπωση. Η Σύσταση R(99)3 του Συμβουλίου της Ευρώπης ζητεί εναρμόνιση των κανόνων των ιατροδικαστικών νεκροτομών και μηχανισμούς εσωτερικού και εξωτερικού ποιοτικού ελέγχου. Το Πρωτόκολλο της Μινεσότα και το αναθεωρημένο Πρωτόκολλο της Κωνσταντινούπολης απαιτούν μεθοδική, πλήρη και ανεξάρτητη τεκμηρίωση των ευρημάτων, όπως γνωρίζει η καλά ενημερωμένη Διευθύντρια του Εργαστηρίου.

Το ερώτημα είναι απλό: εφαρμόζει το Εργαστήριο ένα δεσμευτικό, κοινό πρωτόκολλο ή η πληρότητα της εξέτασης εξαρτάται από το ποιος ιατροδικαστής θα αναλάβει το περιστατικό;

Η καταγγελία για ρατσιστική συμπεριφορά

Στη στήλη έχει περιέλθει επίσης πληροφορία για καταγγελία ρατσιστικής ή άλλως δυσμενούς συμπεριφοράς απέναντι σε ειδικευόμενο, η οποία φέρεται να μην κατέληξε σε επίσημη κρίση ύστερα από αμοιβαίες υποχωρήσεις. Δεν δημοσιοποιούμε τα εμπλεκόμενα πρόσωπα ούτε υιοθετούμε τον χαρακτηρισμό χωρίς πρόσβαση στον φάκελο, πολλώ δε μάλλον όταν ο εν λόγω ειδικευόμενος δυνητικά κινδυνεύει, και πιστεύουμε πως δεν θα επιβεβαιωθούν οι φόβοι μας, καθώς είτε ευθέως είτε συγκεκαλυμμένως θα επιβεβαιώσουν την καταγγελία. Ρωτούμε, όμως, αν πράγματι υποβλήθηκε σχετική αναφορά, αν ενεργοποιήθηκαν τα πανεπιστημιακά όργανα ισότητας και δεοντολογίας, αν εξετάστηκαν μάρτυρες και αν ελήφθησαν μέτρα, ώστε να μην επαναληφθεί ανάλογο περιστατικό, πολλώ δε μάλλον να μην υπάρχει κίνδυνος να υποστεί αντίποινα ο παθών. Η άτυπη διευθέτηση μιας προσωπικής διαφοράς δεν απαλλάσσει το Ίδρυμα από την υποχρέωση να ελέγχει πιθανές διακρίσεις μέσα σε σχέση ακαδημαϊκής εξάρτησης.

Καθηγητής το πρωί, ιδιώτης τεχνικός σύμβουλος το απόγευμα

Το σοβαρότερο θεσμικό κενό αφορά τις ιδιωτικές πραγματογνωμοσύνες. Μέλη ΔΕΠ φέρονται να αναλαμβάνουν ιδιωτικά υποθέσεις, οι οποίες είχαν προηγουμένως εξεταστεί υπηρεσιακά από άλλα μέλη του ίδιου Εργαστηρίου. Ακόμη και όταν αυτό δεν απαγορεύεται ρητά, δημιουργείται προφανής κίνδυνος θεσμικής αλληλεξάρτησης: ο ιδιώτης τεχνικός σύμβουλος καλείται να ελέγξει έκθεση συναδέλφου, με τον οποίο συνυπηρετεί, συνδιδάσκει, συμμετέχει σε εκλεκτορικά σώματα ή μοιράζεται εργαστηριακές υποδομές.

Για τους ιατροδικαστές του Υπουργείου Δικαιοσύνης, το άρθρο 45 του ν. 5172/2025 επιτρέπει αμειβόμενο ιδιωτικό έργο, με άδεια κατά το άρθρο 31 του Υπαλληλικού Κώδικα, για ταρίχευση, αποτέφρωση, εκπαιδευτικό έργο και δραστηριότητες που δεν συνδέονται με τα υπηρεσιακά καθήκοντα και την ιδιότητά τους. Στα μέλη ΔΕΠ, αντίθετα, το πανεπιστημιακό καθεστώς επιτρέπει ευρύτερη άσκηση επαγγελματικού έργου υπό προϋποθέσεις. Η διαφορετική αυτή μεταχείριση χρειάζεται άμεση επανεξέταση από το Υπουργείο Παιδείας, και δέον όπως άμεσα καταργηθεί τουλάχιστον για λόγους ισότητας και διαφάνειας.

Οι πανεπιστημιακοί ιατροδικαστές δεν είναι απλώς διδάσκοντες. Οι γνωμοδοτήσεις τους μπορούν να μεταβάλουν την πορεία μιας ποινικής υπόθεσης. Απαιτείται ειδικό πλαίσιο: υποχρεωτική αποχή τουλάχιστον από κάθε ιδιωτική υπόθεση που χειρίστηκε μέλος του ίδιου Εργαστηρίου, αλλά και γενικότερα για λόγους διαφάνειας, δημόσιο μητρώο ιδιωτικών γνωμοδοτήσεων και αμοιβών με σεβασμό στα προσωπικά δεδομένα, έγγραφη δήλωση σύγκρουσης συμφερόντων, απαγόρευση χρήσης δημόσιων υποδομών ή μη δημοσίων υπηρεσιακών στοιχείων και ανεξάρτητος πειθαρχικός έλεγχος.

Η «σιωπηρή μοιρασιά» του νεκροτομείου

Μετά την πανδημία, το πανεπιστημιακό Εργαστήριο και η Ιατροδικαστική Υπηρεσία Αθηνών φέρονται να μοιράστηκαν τον ίδιο χώρο νεκροτομείου με μια άτυπη κατανομή ημερών: τρεις ημέρες την εβδομάδα για τη μία δομή και τις υπόλοιπες για την άλλη, χωρίς να είναι σαφές αν υπήρχε πλήρης αξιοποίηση του χώρου ή απλώς αμοιβαία αποφυγή ελέγχου. Η πληροφορία απαιτεί έγγραφη απάντηση: ποια διοικητική πράξη καθόρισε την κατανομή, πόσες νεκροτομές πραγματοποιούνταν ανά ημέρα και γιατί το σύστημα αυτό συνεχίστηκε μετά τη λήξη των έκτακτων υγειονομικών περιορισμών;

Οι υποθέσεις που δεν επιτρέπουν εφησυχασμό

Οι ανησυχίες δεν γεννώνται σε κενό. Υπάρχει σειρά υποθέσεων στις οποίες ιατροδικαστικές εκτιμήσεις είτε ανατράπηκαν είτε συγκρούστηκαν με άλλες εκθέσεις και με τη μεταγενέστερη δικαστική κρίση.

1. Η υπόθεση που έφθασε στον Άρειο Πάγο. Σε απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αφορούσε απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Ναυπλίου, καταγράφεται ότι η αρχική νεκροτομή είχε καταλήξει σε εσφαλμένη εκδοχή ατυχήματος και χαρακτηρίζεται στο σκεπτικό ως «μνημείο ανευθυνότητος και αυθαιρεσίας». Η απόφαση διευκρινίζει ότι οι δύο ιατροί που είχαν διενεργήσει την αρχική εξέταση δεν ήταν ειδικοί ιατροδικαστές αλλά χειρουργός και κυτταρολόγος-παθολογοανατόμος, ενώ μεταγενέστερη πραγματογνωμοσύνη μετά από εκταφή, στην οποία συμμετείχε ο αείμνηστος Γιαμαρέλος, ανέδειξε ευρήματα εγκληματικής ενέργειας. Μάλιστα, στην ίδια υπόθεση είχαν γνωμοδοτήσει ψευδώς υπέρ του δολοφόνου δύο Καθηγητές Πανεπιστημίου, τα στοιχεία των οποίων είναι στη διάθεσή μας. Η δικαστική αυτή καταγραφή είναι από μόνη της αρκετή για να αποδείξει πόσο καταστροφική μπορεί να γίνει μια ελλιπής ή αντιεπιστημονική νεκροτομή ή μία ιατροδικαστική γνωμοδότηση.

2. Η υπόθεση του Ζακ Κωστόπουλου. Η επίσημη έκθεση των ιατροδικαστών Νίκου Καλόγρηα και Σουλτάνας Μαριανού συνέδεσε αιτιωδώς τον θάνατο με τις κακώσεις. Αντίθετα, Καθηγήτρια Πανεπιστημίου, υποστήριξε ότι η αιτία θανάτου ήταν άσχετη με τη βία που είχε προηγηθεί και συνδεόταν με προϋπάρχοντα προβλήματα υγείας. Η δημόσια και επιστημονική αντιπαράθεση είναι θεμιτή. Εκείνο που πρέπει να ελέγχεται είναι αν δηλώθηκαν πλήρως όλες οι επαγγελματικές σχέσεις, αν τηρήθηκαν κοινά επιστημονικά κριτήρια και αν η ιδιωτική γνωμοδότηση βασίστηκε αποκλειστικά στο αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας.

3. Ο θάνατος του 64χρονου στην Αρκαδία. Το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Ναυπλίου μετέβαλε την αρχική κατηγορία από ανθρωποκτονία από πρόθεση σε θανατηφόρα σωματική βλάβη, επέβαλε ποινή κάθειρξης εννέα ετών σε καθέναν από τους δύο κατηγορουμένους και έδωσε αναστέλλουσα δύναμη στις εφέσεις τους. Πληροφορίες της στήλης αποδίδουν ιδιαίτερη βαρύτητα σε ιδιωτική τεχνική έκθεση πανεπιστημιακής ιατροδικαστού. Πρέπει να καταστεί γνωστό ποιες ακριβώς ιατροδικαστικές εκθέσεις αξιολογήθηκαν, ποια ευρήματα δέχθηκε το δικαστήριο και πως διαφορετικοί ιατροδικαστές του Κράτους αξιολόγησαν διαφορετικά τα ίδια ευρήματα, με αποτέλεσμα κατηγορούμενοι να πέσουν στα μαλακά.

4. Η δολοφονία της 63χρονης στη Χαλκίδα — η δημόσια αναφορά στον Εμμανουήλ Σακελλιάδη. Η υπόθεση αποτελεί δημόσια καταγεγραμμένο παράδειγμα δραματικής αρχικής αστοχίας. Το CNN Greece κατέγραψε ότι ο ιατροδικαστής που μετέβη στον χώρο εκτίμησε αρχικά πως η γυναίκα είχε πέσει από τη σκάλα και δεν εντόπισε τα τραύματα από μαχαίρι. Τα eReportaz και pelop.gr κατονόμασαν ως ιατροδικαστή της αρχικής αυτοψίας τον Εμμανουήλ (Μανώλη) Σακελλιάδη και ανέφεραν ότι τα τραύματα εντοπίστηκαν κατά την απέκδυση της σορού στο νεκροτομείο από νεκροτόμο. Η νεκροψία-νεκροτομή που ακολούθησε ημέρες αργότερα αποκάλυψε πολλαπλά τραύματα από μαχαίρι στον αυχένα — τα δημοσιεύματα μάλιστα αποκλίνουν αν ήταν πέντε ή έξι, γεγονός που καθιστά αναγκαία τη δημοσιοποίηση της επίσημης έκθεσης. Ο κ. Σακελλιάδης δικαιούται και υποχρεούται να τοποθετηθεί πλήρως για το εύρος της αρχικής εξέτασης και πρόσβασης στη σορό, τις πληροφορίες που είχε λάβει από την Αστυνομία και τις ενέργειες που έκανε. Το θεσμικό ερώτημα παραμένει: διενεργήθηκε πειθαρχική και επιστημονική διερεύνηση, ελέγχθηκε αν από την αρχική εκτίμηση χάθηκε κρίσιμος χρόνος ή αποδεικτικό υλικό και θεσπίστηκαν διορθωτικά μέτρα;

5. Η δολοφονία επιχειρηματία στην ευρύτερη περιοχή της Χαλκίδας. Σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες, δεν ελήφθη βιολογικό υλικό για εξέταση DNA, παρά την ρητή παραγγελία αστυνομικής αρχής, ενώ στην υπόθεση φέρεται να είχε εμπλοκή πανεπιστημιακή ιατροδικαστής. Χρειάζεται άμεσος έλεγχος του πρωτοκόλλου αυτοψίας, της παραγγελίας, του βιβλίου δειγματοληψιών και της αλυσίδας φύλαξης. Αν η πληροφορία είναι ανακριβής, τα έγγραφα θα την διαψεύσουν. Αν είναι ακριβής, η παράλειψη θα απαιτούσε θεσμική και ενδεχομένως ποινική και πειθαρχική αξιολόγηση.

6. Οι θάνατοι των τριών παιδιών στην Πάτρα – ο θεσμικός ρόλος της Χαράς Σπηλιοπούλου. Στην υπόθεση της Ρούλας Πισπιρίγκου, η Χαρά Σπηλιοπούλου ορίστηκε το 2022, κατόπιν αιτήματος της ανακρίτριας, ως επιστήμονας ειδικών γνώσεων για να συνδράμει την ανάκριση για τον θάνατο της Τζωρτζίνας. Αργότερα, ο τότε συνήγορος υπεράσπισης Αλέξης Κούγιας διατύπωσε δημόσια βαρείς ισχυρισμούς περί καθοδήγησης της έρευνας και ζήτησε την εξέτασή της. Οι ισχυρισμοί αυτοί αποτελούν φυσικά θέσεις της υπεράσπισης και όχι δικαστικά αποδεδειγμένα γεγονότα. Η υπόθεση αναδεικνύει, ωστόσο, ένα θεσμικό ζήτημα: με ποια πράξη, ποια συγκεκριμένη εντολή και ποια όρια ορίζεται ένας πανεπιστημιακός ιατροδικαστής ως σύμβουλος της ανάκρισης και ποιο είναι το εύρος των ενεργειών του; Καταγράφονται όλες οι επαφές του με πραγματογνώμονες και εργαστήρια; Παραδίδεται έγγραφη έκθεση ώστε η επιστημονική συμβολή να μπορεί να ελεγχθεί από όλους τους διαδίκους; Η κυρία Σπηλιοπούλου συνέταξε η ίδια έκθεση για τον συγκεκριμένο θάνατο, που πρωτοδίκως κρίθηκε ως δολοφονία προξενηθείσα με χρήση κεταμίνης; Η Δικαιοσύνη πρέπει όχι μόνο να είναι ανεξάρτητη, αλλά και να αφήνει πλήρες ίχνος του τρόπου με τον οποίο διαμορφώθηκε η επιστημονική της κρίση, ώστε να δύναται να επιβεβαιωθεί ή να διαψευστεί με τυχόν αντίθετες επιστημονικές ερμηνείες.

7. Η υπόθεση Σήφη Βαλυράκη — όταν η διευθύντρια δημόσιου Εργαστηρίου αναλαμβάνει ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη. Η Χαρά Σπηλιοπούλου συνέταξε, ύστερα από ανάθεση της οικογένειας του πρώην υπουργού, ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη σύμφωνα με την οποία τουλάχιστον δύο πλήγματα στο σώμα του δεν φαίνονταν να συνδέονται με προπέλα σκάφους. Το στοιχείο αυτό δημοσιοποιήθηκε ενώ η υπόθεση είχε αρχικά αρχειοθετηθεί ως ατύχημα και στη συνέχεια επανήλθε στην ποινική έρευνα. Δεν υπάρχει τίποτε μεμπτό στο να υποστηρίζει ένας τεχνικός σύμβουλος, με επιστημονικά επιχειρήματα, διαφορετική εκδοχή. Η υπόθεση αποτελεί όμως καθαρό παράδειγμα της ισχύος που αποκτά η ιδιωτική γνωμοδότηση ενός εν ενεργεία διευθυντή δημόσιου πανεπιστημιακού Εργαστηρίου, πολλώ δε μάλλον όταν κατά πληφορορίες της στήλης η κυρία Σπηλιοπούλου δεν εξετάστηκε από το ΜΟΔ Αθηνών, κατά περίεργο ομολογουμένως τρόπο.

8. Η υπόθεση της 16χρονης Κωνσταντίνας Αναγνώστη. Ο Εμμανουήλ Σακελλιάδης κατέθεσε στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Πρέβεζας και συντάχθηκε με την επιστημονική θέση του καθηγητή Θεόδωρου Βουγιουκλάκη ότι η 16χρονη είχε υποστεί υπαραχνοειδή αιμορραγία και ότι δεν προέκυπτε έκτρωση. Ο οδηγός ταξί, ο οποίος είχε κρατηθεί προσωρινά επί περίπου έναν χρόνο, αθωώθηκε ομόφωνα. Η αναφορά δεν υπονοεί πλημμέλεια του κ. Σακελλιάδη. Δείχνει όμως πόσο καθοριστική μπορεί να είναι η πανεπιστημιακή ιατροδικαστική γνώμη για την ελευθερία ενός ανθρώπου και γιατί κάθε ιδιωτική ή δικαστική ανάθεση πρέπει να συνοδεύεται από πλήρη δήλωση σχέσεων, μεθοδολογίας και υλικού που αξιολογήθηκε.

Ποιοι εκλέγουν τους νέους καθηγητές;

Τα παραπάνω ερωτήματα γίνονται ακόμη πιο κρίσιμα όταν συνδεθούν με τις πρόσφατες εκλογές πανεπιστημιακών ιατροδικαστών. Στη στήλη έχουν τεθεί πληροφορίες —οι οποίες πρέπει να ελεγχθούν με τα πλήρη πρακτικά των εκλεκτορικών σωμάτων πριν προσωποποιηθούν— ότι με την ψήφο καθηγητών που εμφανίζονται ή φέρονται να εμπλέκονται σε ορισμένες από τις παραπάνω υποθέσεις εξελέγησαν πρόσφατα σε πανεπιστημιακές θέσεις:

• ιατροδικαστής που κατά το παρελθόν είχε συλληφθεί ή διερευνηθεί για δωροδοκία και άλλα σοβαρά αδικήματα· και
• ιατροδικαστής που φέρεται να ασκεί συστηματικά και με σημαντικά έσοδα τη νόμιμη, κατ’ αρχήν, δραστηριότητα των ταριχεύσεων με τη συνδρομή πρώην νεκροτόμου του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ κατά πληροφορίες είχε παλαιότερα ελεγχθεί φορολογικά για ταριχεύσεις χωρίς έκδοση των νόμιμων παραστατικών, με τα πορίσματα του ΣΔΟΕ -σύμφωνα με πληροφορίες- να καταπίπτουν με την επίκληση μίας νομιμοποιημένης παράνομης πάγιας πρακτικής στο Νεκροτομείο Αθηνών.

Η σύλληψη ή η διερεύνηση δεν ισοδυναμεί με ενοχή. Ούτε η νόμιμη άσκηση ταριχεύσεων αποτελεί από μόνη της επιλήψιμη δραστηριότητα. Εκτός κι εάν αποδεδειγμένα έχουν διενεργηθεί ιδιωτικές ταριχεύσεις και κατά το χρονικό διάστημα που είχαν λήξει οι ανακληθεί οι άδειες από την Υπηρεσιακή Γραμματέα, Βασιλική Γιαβή.

Ανεξάρτητος έλεγχος τώρα – όχι άλλη αυτοαναφορική «κάθαρση»

Η επανάληψη αστοχιών, οι ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις μέσα σε κλειστά επαγγελματικά δίκτυα, οι σχέσεις με αστυνομικές, εισαγγελικές και δικαστικές αρχές, οι συνεργασίες με δικηγόρους και γραφεία τελετών και η αλληλοσυμμετοχή σε εκλεκτορικά σώματα δεν αποδεικνύουν αυτομάτως εγκληματική λειτουργία ή ατομική ενοχή. Συνθέτουν, όμως, ένα πεδίο αυξημένου κινδύνου που δεν μπορεί να ελεγχθεί από τα ίδια πρόσωπα που το διαχειρίζονται.

Απαιτείται κοινός, ανεξάρτητος, έλεγχος από τις αρμόδιες εισαγγελικές αρχές, την Εθνική Αρχή Διαφάνειας, το Υπουργείο Παιδείας, την Πρυτανεία και την Επιτροπή Δεοντολογίας του ΕΚΠΑ, καθώς και -στο μέτρο της νόμιμης αρμοδιότητάς της και ιδίως όπου προκύπτουν επαφές ή τυχόν παραλείψεις αστυνομικών- από την Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων Σωμάτων Ασφαλείας. Για τα φορολογικά σκέλη πρέπει να ζητηθεί έλεγχος από την ΑΑΔΕ και τις αρμόδιες οικονομικές αρχές.

Ο έλεγχος πρέπει να περιλάβει τις επίμαχες ιατροδικαστικές εκθέσεις και τα πρωτογενή δεδομένα τους, τα αρχεία φωτογράφησης και δειγματοληψίας, τις αλυσίδες φύλαξης, τις αναθέσεις ιδιωτικών γνωμοδοτήσεων, τις οικονομικές σχέσεις, τις συμβάσεις προσωπικού και τα πρακτικά των εκλεκτορικών σωμάτων. Και πρέπει να διενεργηθεί από επιστήμονες χωρίς υπηρεσιακή, ακαδημαϊκή ή ιδιωτική σχέση με τα ελεγχόμενα πρόσωπα.

Κανείς δεν είναι ένοχος επειδή μια γνωμοδότησή του αμφισβητήθηκε, και γι’αυτό η ανθρωποφαγία κατά ορισμένων στοχοποιημένων Ιατροδικαστών πρέπει επιτέλους να σταματήσει. Ένα σύστημα, όμως, καθίσταται θεσμικά υπόλογο όταν αρνείται να ερευνήσει επαναλαμβανόμενες αστοχίες, πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων και καταγγελίες που αγγίζουν τον πυρήνα της απονομής της Δικαιοσύνης.

Στην ιατροδικαστική, το λάθος δεν θάβεται μαζί με τον νεκρό. Μπαίνει στη δικογραφία, αποκτά τον μανδύα της επιστημονικής αλήθειας και μπορεί να καθορίσει ποιος θα τιμωρηθεί και ποιος θα μείνει ελεύθερος.
Γι’ αυτό το ερώτημα δεν μπορεί πλέον να αποφεύγεται:
Ποιος ελέγχει τους ελεγκτές του θανάτου – και πόσα «λάθη» μπορεί να αντέξει ακόμη η Δικαιοσύνη πριν μιλήσει; Έγκλημα χωρίς τιμωρία;

Σημείωση σύνταξης – Δικαίωμα απάντησης

Για όσα στοιχεία δεν προκύπτουν από δημοσιευμένες δικαστικές αποφάσεις, επίσημες πράξεις ή επώνυμα δημοσιεύματα, το άρθρο χρησιμοποιεί ρητά τους όρους «πληροφορίες», «καταγγελίες» και «φέρεται». Δεν αποδίδει ποινική και πειθαρχική ευθύνη και σέβεται πλήρως, ανυπόκριτα, το τεκμήριο αθωότητας. Γι’αυτό είμαστε στη διάθεση των αναφερόμενων Ιατροδικαστών και Καθηγητών Πανεπιστημίου, προκειμένου να φιλοξενήσουμε τις απόψεις τους.

Περισσότερα
Σχετικά
Προτεινόμενα

0 Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

FAQ Media

Good Life

Ενέργεια