Η πρόσφατη σύλληψη ενός 40χρονου στο Ηράκλειο Κρήτης επαναφέρει με τον πλέον εκκωφαντικό τρόπο στη δημόσια σφαίρα μια παθογένεια που το ελληνικό δικαστικό σύστημα επιμένει να αντιμετωπίζει αποσπασματικά. Τη διαχείριση της επίμονης καταδίωξης και παρενόχλησης (stalking), την αξιολόγηση των ψηφιακών πειστηρίων και, κυρίως, την κραυγαλέα αποτυχία της Πολιτείας να προστατεύσει προληπτικά τα θύματα πριν η καταδίωξη μετουσιωθεί σε ανεπανόρθωτη βία.
Σε βάρος του 40χρονου ασκήθηκαν βαρύτατες κακουργηματικές και πλημμεληματικές διώξεις, μεταξύ άλλων για κατοχή πορνογραφικού υλικού ανηλίκων, παραβίαση προσωπικών δεδομένων, διατάραξη οικιακής ειρήνης, απειλή, παράνομη οπλοκατοχή και αντίσταση. Κατηγορείται ότι παρακολουθούσε συστηματικά τουλάχιστον τρεις γυναίκες, φτάνοντας μέχρι τις αυλές και τα παράθυρα των σπιτιών τους. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος απολογείται στις 29 Σεπτεμβρίου ενώπιον των ανακριτικών αρχών, τεκμαίρεται φυσικά αθώος.
Ωστόσο, η υπόθεση αυτή αποτελεί την κορυφή ενός παγόβουνου. Αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο η Δικαιοσύνη εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τη συστηματική ψυχολογική τρομοκρατία ως ένα άθροισμα ασύνδετων «μικροαδικημάτων».
Η Ψηφιακή Πραγματογνωμοσύνη δεν είναι Αστυνομικό Δελτίο Τύπου
Στην υπόθεση του Ηρακλείου κατασχέθηκαν ψηφιακά μέσα: ηλεκτρονικοί υπολογιστές, μονάδες αποθήκευσης USB και κινητά τηλέφωνα. Οι πρώτες διαρροές κάνουν λόγο για «εκατοντάδες αρχεία».
Για να αποκτήσουν αποδεικτική ισχύ τα κατασχεθέντα αρχεία (digital forensics), απαιτείται απαρέγκλιτη τήρηση της αλυσίδας επιτήρησης (chain of custody) βάσει διεθνών προτύπων.
Όσο οι Εισαγγελίες επιτρέπουν την ανεξέλεγκτη διαρροή προανακριτικού υλικού πριν από την επιστημονική επικύρωση των ψηφιακών πειστηρίων, πλήττεται βάναυσα όχι μόνο το τεκμήριο αθωότητας κάθε κατηγορουμένου, αλλά και η ίδια η ασφάλεια της ποινικής διαδικασίας.
Το Νομοθετικό Ψαλίδι: Πώς το Stalking εγκλωβίζεται στα Πλημμελήματα
Το ελληνικό ποινικό οπλοστάσιο πάσχει από δομικό κατακερματισμό. Το stalking δεν είναι μια μεμονωμένη πράξη. Είναι ένα διαρκές, κλιμακούμενο μοτίβο καταναγκαστικού ελέγχου και ψυχολογικής εξόντωσης. Αντ’ αυτού, ο νομοθέτης και η εισαγγελική πρακτική το τεμαχίζουν σε επιμέρους, ασύνδετες ποινικές διατάξεις:
● Άρθρο 333 ΠΚ (Απειλή & Επίμονη Καταδίωξη/Παρενόχληση):
Ενώ η παράγραφος 2 τυποποιεί την επίμονη καταδίωξη («όποιος χωρίς απειλή αλλά με επίμονη καταδίωξη ή παρενόχληση άλλου, ιδίως με συνεχή παρακολούθηση, προσέγγιση ή προσπάθεια επικοινωνίας… προκαλεί τρόμο ή ανησυχία»), την υποβαθμίζει σε πλημμέλημα χαμηλής απαξίας. Ακόμη και μετά τις διαδοχικές τροποποιήσεις του Ποινικού Κώδικα, η πράξη παραμένει ελαφρύ πλημμέλημα, αφήνοντας τις διωκτικές αρχές χωρίς τη δυνατότητα επιβολής ουσιαστικών προληπτικών περιοριστικών όρων πριν από την κύρια ανάκριση.
● Άρθρο 370Α ΠΚ (Παραβίαση απορρήτου τηλεφωνικής επικοινωνίας και προφορικής συνομιλίας):
Επιστρατεύεται όταν υπάρχουν κρυφές κάμερες, συσκευές καταγραφής ή trackers.
● Νόμος 4624/2019, Άρθρο 38 (Προσωπικά Δεδομένα):
Προβλέπει ποινικές κυρώσεις για την παράνομη επέμβαση και επεξεργασία δεδομένων. Για να προσλάβει κακουργηματικό χαρακτήρα, απαιτείται η απόδειξη ότι ο δράστης ενήργησε «με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή να βλάψει άλλον», υπό την προϋπόθεση ότι η βλάβη απειλεί θεμελιώδη δικαιώματα.
Είναι δε γνωστός ο διχασμός της Νομολογίας, στην υπόθεση «Τούνη», όπου ένας Εφέτης μειοψήφησε για την υποστασιοποίηση της κακουργηματικής μορφής του εγκλήματος, οι δε ποινές που επιβλήθηκαν μπορούν να χαρακτηριστούν ως ποινές-χάδι.
Το Θεσμικό Κενό
Το έλλειμμα δεν είναι απλώς νομοτεχνικό, είναι λειτουργικό. Στην Ελλάδα δεν υφίσταται μηχανισμός άμεσης έκδοσης προληπτικών εντολών προστασίας (Emergency Restraining Orders) με αυτόματη ποινική κύρωση σε περίπτωση παραβίασης, ανεξάρτητα από την άσκηση ποινικής δίωξης.
Όταν μια γυναίκα καταγγέλλει ότι ένας άνδρας την παρακολουθεί καθημερινά, η Εισαγγελία συνήθως σχηματίζει μια πλημμεληματική δικογραφία για το άρθρο 333 ΠΚ ή για διατάραξη οικιακής ειρήνης (άρθρο 334 ΠΚ), η οποία προσδιορίζεται για εκδίκαση… μετά από δύο ή τρία χρόνια. Μέχρι τότε, το θύμα παραμένει εκτεθειμένο σε έναν θύτη που αποθρασύνεται από την ατιμωρησία. Η υπόθεση αντιμετωπίζεται ως κακούργημα μόνο κατόπιν «συμπτώσεων» -αν, δηλαδή, βρεθούν όπλα, ψηφιακό υλικό παιδικής πορνογραφίας ή αν η καταδίωξη καταλήξει σε δολοφονία.
Η Πληγή της Κυριακής Γρίβα: Μια Κακουργηματική Δικογραφία σε Λήθαργο
Η τραγωδία της 1ης Απριλίου 2024 έξω από το Αστυνομικό Τμήμα Αγίων Αναργύρων απέδειξε τι συμβαίνει όταν το stalking αντιμετωπίζεται ως γραφειοκρατική ενόχληση. Η Κυριακή Γρίβα δολοφονήθηκε αναζητώντας προστασία απέναντι σε έναν άνθρωπο που την παρακολουθούσε επίμονα και την περίμενε έξω από το σπίτι της.
Περισσότερο από έναν χρόνο μετά την πρωτόδικη απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, που καταδίκασε ομόφωνα τον δράστη σε ισόβια κάθειρξη για την ανθρωποκτονία, αποκαλύπτεται μια εξοργιστική πραγματικότητα:
Εκκρεμεί ακόμη αυτόνομη δικογραφία για επίμονη καταδίωξη (stalking – άρθρο 333 ΠΚ) και κακουργηματική παραβίαση προσωπικών δεδομένων με σκοπό βλάβης (ν. 4624/2019).
Σε αυτή τη δικογραφία, που αφορά ακριβώς τη συστηματική παρακολούθηση, την υποκλοπή και την ψηφιακή καταδίωξη που υπέστη η άτυχη κοπέλα πριν δολοφονηθεί, η Δικαιοσύνη έχει επιδείξει αδιανόητη νωθρότητα.
Μέχρι σήμερα, οι ανακριτικές και εισαγγελικές αρχές δεν έχουν καλέσει καν για κατάθεση τους οικείους της Κυριακής Γρίβα, ούτε καν την τραγική μητέρα της, Δέσποινα Καλλέα.
Πώς δικαιολογεί η Εισαγγελία αυτή την καθυστέρηση; Πώς είναι δυνατόν, σε μια υπόθεση που συγκλόνισε το πανελλήνιο και κατέδειξε την κατάρρευση των κρατικών μηχανισμών, η δικογραφία που ανατέμνει την κλιμάκωση του stalking να λιμνάζει στα εισαγγελικά συρτάρια;
Πρόκειται για θεσμική αδιαφορία που αγγίζει τα όρια της προσβολής στη μνήμη του θύματος και στερεί από την οικογένεια το δικαίωμα της πλήρους δικαστικής διερεύνησης.
Το «Άσυλο» του Ψυχιατρείου Κορυδαλλού και η Επιστημονική Σύμπλευση
Ενώ η κρίσιμη δικογραφία για το stalking καρκινοβατεί, ο καταδικασμένος δολοφόνος της Κυριακής Γρίβα εξακολουθεί να μην εκτίει την ποινή του σε κανονικό σωφρονιστικό κατάστημα, αλλά να παραμένει στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων Κορυδαλλού, αφού μάλιστα κατάφερε να λάβει μία αμφιλεγόμενη απόφαση για αναβολή της δίκης του, ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.
Η παραμονή του στο ειδικό αυτό καθεστώς φέρεται να στηρίζεται εκ νέου σε επιστημονική γνωμοδότηση, αυτή τη φορά με τη σύσταση του καθηγητή Ψυχιατρικής, Γεώργιου Αλεβιζόπουλου, ο οποίος φαίνεται να ευθυγραμμίζεται πλήρως με τη διαγνωστική γραμμή του έτερου πανεπιστημιακού, καθηγητή Αθανάσιου Δουζένη, ο οποίος εξετάστηκε ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, ως κατ’ ουσίαν μάρτυρας υπεράσπισης του δολοφόνου.
Ποιοι είναι, όμως, οι δύο καθηγητές των οποίων οι εισηγήσεις διαμορφώνουν την ποινική μεταχείριση του δράστη;
● Αθανάσιος Δουζένης: Καθηγητής Ψυχιατρικής και Ψυχιατροδικαστικής της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, διευθυντής της Β’ Ψυχιατρικής Κλινικής στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο «Αττικόν». Αποτελεί έναν από τους πλέον προβεβλημένους και έμπειρους παράγοντες στον τομέα της δικαστικής ψυχιατρικής στη χώρα, έχοντας οριστεί πραγματογνώμονας ή τεχνικός σύμβουλος σε δεκάδες πολύκροτες υποθέσεις. Στη δίκη της Κυριακής Γρίβα, ως θεράπων ψυχίατρος, κατέθεσε κάνοντας λόγο για διαταραχές προσωπικότητας και συνδρομή στοιχείων μειωμένου καταλογισμού —ισχυρισμό που το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο απέρριψε ομόφωνα.
● Γεώργιος Αλεβιζόπουλος: Επίσης Καθηγητής Ψυχιατρικής (στο Τμήμα Νοσηλευτικής του ΕΚΠΑ) με μακρά θητεία στην κλινική ψυχοφαρμακολογία και τη δικανική ψυχιατρική. Τακτικός γνωμοδοτών σε ζητήματα ποινικής ικανότητας και ψυχιατρικού εγκλεισμού, θεωρείται από τους ειδικούς που συχνά εστιάζουν στην ανάγκη μακροχρόνιας ψυχιατρικής νοσηλείας και φαρμακευτικής επιτήρησης κρατουμένων με επικίνδυνες αποκλίνουσες συμπεριφορές.
Η επιστημονική συμφωνία των δύο καθηγητών μπορεί να εντάσσεται στο πλαίσιο της (αμφιλεγόμενης) ιατρικής τους κρίσης, όμως εγείρει τεράστια ερωτήματα για τη λειτουργία των Δικαστηρίων και της Εισαγγελίας: Πώς συμβιβάζεται η απόλυτη δικαστική κρίση περί πλήρους καταλογισμού και ισόβιας κάθειρξης με τη διαρκή «απομόνωση» του δράστη στο Ψυχιατρείο Κορυδαλλού; Και με ποια λογική το δικαστικό σύστημα επισπεύδει τις ψυχιατρικές πραγματογνωμοσύνες για τις συνθήκες κράτησης του δράστη, αλλά αδρανεί επί 14 και πλέον μήνες να καλέσει τη μητέρα της δολοφονημένης κοπέλας για τα ψηφιακά εγκλήματα και το stalking που προηγήθηκαν;
Το Σύστημα Περιμένει το Έγκλημα για να Δράσει
Η σύγκριση των δύο υποθέσεων -του Ηρακλείου σήμερα και των Αγίων Αναργύρων χθες- αναδεικνύει την ίδια δομική χρεοκοπία.
Οι Εισαγγελίες και τα Δικαστήρια εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν την επίμονη παρακολούθηση ως δευτερεύον αδίκημα, ένα «αστικό πταίσμα» ή ένα απλό πλημμέλημα, αρνούμενες να αναγνωρίσουν ότι το stalking είναι ο προθάλαμος της βαριάς σωματικής βλάβης και της γυναικοκτονίας. Η απουσία ενιαίας αντιμετώπισης, η παντελής έλλειψη άμεσων προληπτικών μέτρων απομάκρυνσης και η γραφειοκρατική καθυστέρηση στη διερεύνηση των ψηφιακών πειστηρίων αφήνουν τις γυναίκες απροστάτευτες.
Όσο η Δικαιοσύνη «ξεχνά» στα συρτάρια της τις δικογραφίες για τα ψηφιακά πειστήρια της Κυριακής Γρίβα και όσο αρκείται σε αστυνομικά δελτία τύπου χωρίς εξειδικευμένη ιατροδικαστική και ψηφιακή πιστοποίηση, το μήνυμα προς τους δράστες θα παραμένει το ίδιο: η παρακολούθηση είναι σχεδόν ακίνδυνη, μέχρι να είναι πολύ αργά.









0 Σχόλια
Αφήστε ένα σχόλιο